• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

«Δεν δικαιούμαστε ακόμα την ικανοποίηση ενός χάπι εντ»

11 Απρ 2013 | Θέματα | 0 comments

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αθυρίδης μιλά στο cinemag.gr για το «Ένα Βήμα Μπροστά», το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του που ακολουθεί τον Γιάννη Μπουτάρη.
Συντάκτης: Χριστίνα Λιάπη
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Κορυφαίος Έλληνας οινοπαραγωγός, απεξαρτημένος αλκοολικός, βραβευμένος για την οικολογική του δράση, εξέχον μέλος της κοινωνίας των πολιτών και αντισυμβατικός ανεξάρτητος υποψήφιος για τη δημαρχία της Θεσσαλονίκης, την οποία και διεκδίκησε με επιτυχία στις εκλογές του 2010. Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι ο χαρισματικός πρωταγωνιστής του «Ένα Βήμα Μπροστά» του Δημήτρη Αθυρίδη, που ακολουθεί τον 70χρονο πολιτικό κατά τη διάρκεια των δέκα εβδομάδων της προεκλογικής του εκστρατείας.

Με φόντο τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, η ταινία παρουσιάζει την προσωπικότητα του πρωταγωνιστή της, αλλά και την ξεχωριστή κουλτούρα της πόλης του, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες και αντιφάσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας σε μια κρίσιμη και αποφασιστική στιγμή. Αυτό το αποκαλυπτικό, ακομπλεξάριστο και κυρίως κινηματογραφικά συναρπαστικό πορτρέτο κερδίζει μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα ντοκιμαντέρ του ελληνικού σινεμά – διαβάστε την άποψη του cinemag.gr εδώ.

Μιλήσαμε στον σκηνοθέτη Δημήτρη Αθυρίδη για την διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας, τη σχέση του με τον Γιάννη Μπουτάρη και την πρόσβαση που είχε στη ζωή του, αλλά και τα σχόλια που έχει εισπράξει για τα τελευταία, αμφιλεγόμενα πλάνα του.

Πώς ήρθε η ιδέα για το «Ένα Βήμα Μπροστά»; Ξεκίνησε με το συγκεκριμένο πρόσωπο ή το γενικότερο κόνσεπτ της προεκλογικής εκστρατείας ή των κοινών της Θεσσαλονίκης;
Σαφώς και η ιδέα ξεκίνησε από το συγκεκριμένο πρόσωπο, την πορεία του, την απεξάρτηση και την εξέλιξή του μέχρι να φτάσει να αξιώνει να γίνει ο νέος δήμαρχος της Θεσσαλονίκης. Η προεκλογική εκστρατεία ήταν το πλαίσιο δράσης μέσα στο οποίο τον παρακολουθούμε, αλλά καθώς υπήρχε διάχυτο ένα αίτημα αλλαγής, πράγμα φυσικό μετά από την επικράτηση μιας παράταξης για 24 χρόνια, έβρισκα πως ήταν μια κρίσιμη και σημαντική στιγμή και για τους δυο, την πόλη και τον πρωταγωνιστή της ταινίας. Το σενάριο σπαρταρούσε, ένας χαρακτήρας με μια ασυνήθιστη αίσθηση του πολιτικά ορθού, σε μια πολύ ιδιαίτερη επιδίωξη.

Πόσο νωρίς στη διαδικασία και γιατί πήρατε την απόφαση να μην υπάρχουν άλλοι συνεντευξιαζόμενοι, παρά μόνο ο Γιάννης Μπουτάρης;
Στην πορεία της βιογραφική έρευνας μίλησα με πολλούς ανθρώπους, γνωστούς, φίλους και συνοδοιπόρους του κυρ Γιάννη, οι οποίοι από την αγάπη τους προσπαθούσαν να στρογγυλεύουν και να ωραιοποιούν τα πράγματα, σαν να προστάτευαν έτσι την νέα εικόνα του πολιτικού Μπουτάρη, ενώ ο ίδιος δεν είχε κανένα πρόβλημα να μιλάει ανοιχτά και ακομπλεξάριστα για τα πάντα, και κυρίως για τα λάθη και τα πάθη του. Στο τέλος άφησα τον ίδιο να μιλήσει για τη ζωή του και το αξιακό του σύστημα, αυτό που τον θεράπευσε.

Πόσο εύκολο ήταν να προσεγγίσετε τον κύριο Μπουτάρη και να τον πείσετε να συμμετάσχει; Τέθηκαν κάποιου είδους όροι ή και όρια στο πώς θα κινείστε ή σε ποιες στιγμές θα έχετε πρόσβαση;
Ήταν πολύ εύκολο, δεν χρειάστηκαν παρά δύο τηλεφωνήματα και μια επιστολή για να μου χαρίσει την πρόσβαση στην προσωπική ζωή του και στα ενδότερα του προεκλογικού του στρατηγείου. Δεν τον έπεισα για κάτι, είχε δει την προηγούμενη ταινία μου, του άρεσε και αφέθηκε με εμπιστοσύνη. Ο ίδιος δεν μου έθεσε κανένα περιορισμό, ήταν μόνο θέμα δικής μου κούρασης σχετικά με το πόσες ώρες θα άντεχα να κινηματογραφώ. Το περιβάλλον του ήταν πιο επιφυλακτικό απέναντι μου και κάποιες φορές μου ζητήθηκε να κλείσω την κάμερα, πράγμα που έπρεπε να σεβαστώ.

Μπορείτε να μοιραστείτε την αντίδραση του κύριου Μπουτάρη όταν είδε την ταινία;
Κάποια στιγμή του έδειξα το πρώτο rough cut της ταινίας, που θα το έκανα από ηθική υποχρέωση απέναντι σε οποιονδήποτε ήταν ο πρωταγωνιστής της ταινίας μου. Δεν μου ζήτησε να αλλάξω τίποτα και σχολίασε πως «ακόμα και εγώ που είμαι αναίσθητο γουρούνι, συγκινήθηκα».

Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ προεκλογικής εκστρατείας που ξεχωρίζετε και ίσως ήταν σημείο αναφοράς για εσάς και την ταινία σας;
Είχα δει πριν πολλά χρόνια το «Primary», για την καμπάνια του Κένεντι το 1960, και ως ένα βαθμό η ταινία αυτή έθεσε τα στάνταρντ του direct cinema. Ήταν κυρίως ένας συνδυασμός μιας τεχνολογικής εξέλιξης- φορητή κάμερα και ήχος- και αδιαμεσολάβητης πρόσβασης σε έναν πολύ σημαντικό χαρακτήρα. Ήταν πραγματικά μια εντυπωσιακή ταινία.

Πέρα από αυτό όμως ο καθένας ξετυλίγει το δικό του αφηγηματικό στιλ. Εμένα με ενδιέφερε εξίσου η προσωπική ιστορία του χαρακτήρα της ταινίας και σ’ αυτό το σημείο διαφοροποιήθηκα από μια αμιγώς προεκλογική ταινία.

Πώς ήταν η εμπειρία της συμμετοχής της ταινίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Άμστερνταμ και πόσο διαφορετική ήταν αυτή της Θεσσαλονίκης, της φυσικής «έδρας» της ταινίας;
Το φεστιβάλ του Άμστερνταμ είναι το ιστορικά και καλλιτεχνικά σημαντικότερο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ της Ευρώπης. Κάναμε τέσσερις ωραίες προβολές και ακούσαμε το χειροκρότημα του απαιτητικού κοινού. Ταυτόχρονα όμως είναι και ένα σημαντικό σημείο για την παγκόσμια αγορά ντοκιμαντέρ και απ’ αυτή την έννοια είναι πολύ δύσκολο να τραβήξεις την προσοχή ενός παγκόσμιου κοινού όταν δεν υποστηρίζεσαι από κάποιο φορέα, άσε που ή δική μας ταινία δεν μπαίνει και σε κανένα τηλεοπτικό slot λόγω διάρκειας.

Είχε ενδιαφέρον να παρατηρείς πως οι Δανοί, οι Ολλανδοί, οι Πολωνοί, οι Σκωτσέζοι κατέβαιναν πάνοπλοι, σαν εθνικές ομάδες κινηματογραφίας, με έντυπα, περιοδικά, δημόσιες σχέσεις και υποστήριξη σε κάθε επίπεδο. Και το ίδιο το φεστιβάλ προέβαλε την εγχώρια παραγωγή τους με όποιο τρόπο μπορούσε π.χ. βραδινές προβολές στις μεγάλες αίθουσες, έναρξη του φεστιβάλ.

Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει στη Θεσσαλονίκη όπου κατά τη γνώμη μου οι ελληνικές ταινίες, και δεν μιλάω για τη δική μου ταινία, σχεδόν κρύβονται σε άβολες ώρες προβολής και μικρές αίθουσες. Δεν είναι ντροπή να βάζουμε στη βιτρίνα τη δική μας παράγωγή, ειδικά μέσα στο σπίτι μας. Κατά τα άλλα, όντως για μας οι προβολές στη Θεσσαλονίκη ήταν σημαντικές μπροστά στο φυσικό κριτή της και ουσιαστικά συμπρωταγωνιστή στην ταινία. Αυτό το κοινό ήξερε τι έγινε και περίμεναν να δουν πως θα τους πω την ιστορία. Νομίζω πως έμειναν ικανοποιημένοι.

Θέλαμε, τέλος, να μας πείτε δυο λόγια για τις τελευταίες στιγμές της ταινίας, που έχουν μια αμφισημία. Είναι πλάνα που έχουν συζητηθεί αρκετά – ήταν αυτό κάτι που το περιμένατε;
Φυσικά και το περίμενα, λες και υπάρχει τίποτα που να αφορά στο δημόσιο λόγο σήμερα στην Ελλάδα και να μη υπόκειται σε διαφορετικές ερμηνείες. Η μεγάλη συζήτηση είναι να ορίσουμε τον λαϊκισμό και τον αντιλαϊκισμό, και εκεί αυτές οι διαφορετικές αφηγήσεις βρίσκουν το μεγάλο πεδίο αντιπαράθεσης.

Η κάμερα, στο τέλος της ταινίας, εγκαταλείπει τον χαρακτήρα που παρακολουθούσε στον προσωπικό του αγώνα και στην μάχη του σαν υποψήφιος δήμαρχος. Πλέον, τη θέση της παίρνει το δελτίο ειδήσεων που τον παρακολουθεί σε νέες μάχες από τη θέση της εξουσίας. Ο καθένας όταν βλέπει ένα δελτίο ειδήσεων «διαβάζει» αυτά που εξυπηρετούν τη δική του αφήγηση. Η ίδια η πραγματικότητα είναι πολυπρισματική και αμφίσημη και τα συμπεράσματα ανήκουν στους θεατές. Για το τέλος απλώς θα πω πως για την φύση και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα μας στη χώρα μας, δεν πιστεύω πως ακόμα δικαιούμαστε την ικανοποίηση ενός χάπι εντ.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ