Από τον Μανώλη Κρανάκη
Οφείλω να σας ενημερώσω, σε περίπτωση που δεν το γνωρίζετε πως οι καλύτερες ελληνικές ταινίες της χρονιάς είναι ο «Εl Greco» του Γιάννη Σμαραγδή, η «Urania» του Κώστα Καπάκα και η «Διόρθωση» του Θάνου Αναστόπουλου. Με αυτή τη σειρά. Αυτό αποφάσισε η διαβόητη πενηνταμελής επιτροπή των φετινών Κρατικών Βραβείων Ποιότητας. Και μετρώντας αντίστροφα, έκλεισε πανηγυρικά (και ειδικά φέτος παρεϊστικα, λόγω της βαρέων βαρών φιλοξενίας του Σταμάτη Κραουνάκη) για ακόμη μία χρονιά τις εορταστικές εκδηλώσεις του 48ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης.
Μέχρι να βρεθεί κάποιος για να απαντήσει -επιτέλους- τι σχέση μπορεί να έχει ένα διεθνές φεστιβάλ με την ετήσια παλιγγενεσία της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής, οι φήμες ότι αυτή είναι η τελευταία χρονιά των Κρατικών (όπως τα ξέραμε και τα εμπιστευτήκαμε!) έχουν ήδη αρχίσει να γεμίζουν προσδοκίες όσους δεν θα άντεχαν την τηλεοπτική μετάδοση ακόμη μίας κατά γενικής ομολογίας ανώφελης τελετής.
Αίτημα χρόνων, ο διαχωρισμός του Φεστιβάλ από τα Κρατικά Βραβεία και η μεταφορά ολόκληρου του «ελληνικού τμήματος» σε μία άλλη εποχή του χρόνου, σε μία άλλη πόλη της Ελλάδας, σε ένα άλλο σύμπαν (!) δεν μοιάζει να εισακούεται. Ούτε όταν είναι προφανές πως η συνύπαρξη τους λειτουργεί εις βάρος του φεστιβάλ αφού -πώς να το κάνεις;- το «ελληνικό» διαθέτει πιο ίντριγκα από το «κινεζικό».
Δυστυχώς, κανείς από όσους θα μπορούσαν, δεν είναι πρόθυμος να αναλάβει μία ευθύνη που θα στερήσει από το Φεστιβάλ την αθρόα προσέλευση των δημοσιογράφων (της Αθήνας) και τα συνεπαγόμενα δημοσιεύματα που στατιστικά είναι περισσότερα για τις ελληνικές ταινίες και τα οργανωτικά θέματα του φεστιβάλ από αυτά για τις ξένες ταινίες. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να σπάσει μία παράδοση χρόνων και να αφήσει το Διεθνές Φεστιβάλ να αναπνεύσει επιτέλους μόνο του, με τις ταινίες και τις εκδηλώσεις του χωρίς να είναι αναγκασμένο να πατάει με το ένα πόδι στον κόσμο και με το άλλο στην κοσμάρα του. Κανείς δεν είναι διατεθειμένος να στερήσει από τη Θεσσαλονίκη την ίσως πιο λαμπρή βραδιά της – αν και το φεστιβάλ τραγουδιού μπορεί πια άνετα να τη συναγωνιστεί σε προχειρότητα και άδειες θέσεις!
Ο λόγος είναι απλός. Αφορά την νοοτροπία του χωριού και αυτήν του «καλύτερου του χωριού». Που όσο παραμένουμε δέσμιοι της θα συνεχίσουμε να ευλογούμε τα γένια μας ακόμη και όταν αυτά θα έχουν φτάσει στο πάτωμα.
Και μπορεί να συνοψιστεί στα όσα δήλωσε ο Γιάννης Σμαραγδής παραλαμβάνοντας ένα εκ των πολλών βραβείων του «Εl Greco». Ευχαρίστησε όλες τις ταινίες που, κατά τον ίδιο, τον οδήγησαν μέχρι εκεί (στον θρίαμβο δηλαδή των Κρατικών) αναφέροντας φυσικά την «Πολίτικη Κουζίνα» και τις «Νύφες», όλες τους ταινίες που διέπρεψαν σε επίπεδο παραγωγής, μάζεψαν τα βραβεία τους και ανακηρύχθηκαν καλύτερες της χρονιάς, ικανές να εκπροσωπήσουν την Ελλάδα στα Οσκαρ (σύμφωνα με τον κανονισμό) και να επικυρώσουν με απλές εξισώσεις (μεγάλη παραγωγή – πολλά εισιτήρια) την ευμάρεια του ελληνικού κινηματογράφου. Αφήνοντας όλους τους εμπλεκόμενους απέραντα ευχαριστημένους.
Πολύ φοβάμαι πως η εποχή που όλοι πίστευαν πως τα αστρονομικά εισιτήρια της «Πολίτικης Κουζίνας» θα βοηθούσαν σε μία πιο υγιή ελληνική παραγωγή και στη δημιουργία περισσότερων μικρών ταινιών, οδήγησε τελικά στον γιγαντισμό των παραγωγών και σε ένα νέο είδος ταινιών που διαγράφεται πια ολοκάθαρα ως ελληνική κωμωδία εμφανώς προσανατολισμένη στα εισιτήρια και στη σωτήρια δεκαετία του 80.
Την ίδια στιγμή, όμως, (για να ολοκληρωθεί η παράνοια) όλοι διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους για ελληνικές ταινίες με διεθνείς προοπτικές αλλά κανείς δεν αναρωτιέται για το ποιες ταινίες είναι αυτές. Και κυρίως για το ποιες ταινίες μπορούν να είναι αυτές. Μία άξια συμπαραγωγή (σαν χιλιάδες άλλες, βέβαια, που γυρίζονται στην Ευρώπη – και μάλλον καλύτερα), όπως το «Εl Greco», ή μία για παράδειγμα ανεξάρτητη και low budget (τουλάχιστον το ένα δέκατο του προϋπολογισμού του «Εl Greco») «Διόρθωση» που με το ζόρι θα φτάσει σε κάποια ελληνική αίθουσα για να δοκιμαστεί με τους σκληρούς όρους της ελληνικής διανομής και να κάνει ή όχι την μικρή επιτυχία της;
Αλλά αυτό το τελευταίο είναι μια άλλη συζήτηση. Αν του χρόνου δεν υπάρχουν Κρατικά μπορεί να έχουμε χρόνο για να το εξαντλήσουμε.
Κινηματογραφικά Φεστιβάλ υψηλών αξιών
Τα τρία μεγαλύτερα κινηματογραφικά φεστιβάλ του κόσμου είναι αναμφίβολα διαχρονικά, αυθεντικά και αναγνωρισμένα. Αξίες αδιαπραγμάτευτες και αδιαμφισβήτητες που χαρακτηρίζουν και το Tanqueray premium gin.
Φεστιβάλ Καννών – Το Διαχρονικό
Το φεστιβάλ των Καννών έλαβε χώρα πρώτη φορά το 1939 για να καταφέρει γρήγορα να κερδίσει τις εντυπώσεις ακόμη και από το αρχαιότερο της Βενετίας ως το πιο σημαντικό φεστιβάλ του κόσμου. Με φόντο την Κυανή Ακτή και κάτω από τον ήλιο του Μαίου, από το κόκκινο χαλί του εδώ και 68 χρόνια περπάτησαν όλοι οι μεγάλοι σταρ του κινηματογράφου αφήνοντας το σημάδι τους στην πραγματική έννοια του glam, του διάσημου και του διαχρονικά κινηματογραφικού. Ακριβώς όπως το διαχρονικό πρότυπο του Tanqueray που η επιλογή του αντικατοπτρίζει ότι διαθέτεις γούστο, άποψη και κριτίρια.
Φεστιβάλ Βενετίας – Το Αυθεντικό
Το κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας παραμένει ο πατέρας όλων των φεστιβάλ. Ξεκίνησε το 1932 για να απονείμει μέχρι σήμερα τους χρυσούς λέοντες του σε όλη την αφρόκρεμα του παγκόσμιου σινεμά αναζητώντας πάντοτε την πραγματική ουσία πίσω από τις εφήμερες μόδες. Βυθισμένο μέσα στον ρομαντισμό του Λίντο της Βενετίας, το φεστιβάλ των φεστιβάλ θα παραμείνει αιώνια το αυθεντικό. Ακριβώς όπως το Tanqueray που δημιουργήθηκε μέσα από την διαρκή εξερεύνηση κορυφαίων βοτάνων στα τέσσερα σημεία της γης το 1830.
Φεστιβάλ Βερολίνου – Το Αναγνωρισμένο
Το τρίτο μεγαλύτερο φεστιβάλ του κόσμου μπορεί να ξεκίνησε μόλις το 1951 αλλά μέσα στα 50 αυτά χρόνια κατάφερε να επιβληθεί στο παγκόσμιο σκηνικό. Κάθε Φεβρουάριο στο παγωμένο και hip Βερολίνο, ο κόσμος του κινηματογράφου ανεβάζει τις θερμοκρασίες στο πιο νεανικό αλλά και αναγνωρισμένο φεστιβάλ της Ευρώπης. Με την αναγνώριση που το θέτει ψηλά στην εκτίμηση του κοινού και των ειδικών. Όπως και το Tanqueray που με το ξεχωριστό του μπουκάλι με το μυστηριώδες πράσινο χρώμα και το κόκκινο βουλοκέρι χαίρει της εκτίμησης εκείνων που γνωρίζουν.





