Εβλεπα το «Μilk» σε κεντρική αίθουσα του Λος Αντζελες, μία μόλις μέρα μετά την ανακοίνωση της θριαμβευτικής εκλογής του Μπαράκ Ομπάμα για την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών. Και αισθανόμουν ότι πρώτη φορά μια ταινία αντανακλούσε και έκλεινε μέσα της τόσο αντιπροσωπευτικά τι ακριβώς συμβαίνει αυτή την στιγμή στον αληθινό κόσμο. Εκείνον που περίμενε έξω από τη σκοτεινή αίθουσα. Στην οθόνη, ένας ένθερμος γκέι ακτιβιστής με το όνομα Χάρβεϊ Μιλκ προσπαθούσε να συσπειρώσει την ομοφυλόφιλη κοινότητα του Σαν Φρανσίσκο των χρόνων του 70 και ολόκληρης της χώρας γύρω από τη συνειδητοποίηση και διεκδίκηση των δικαιωμάτων της. Στους δρόμους του Λος Αντζελες, όχι πολύ μακριά από τον κινηματογράφο που πρόβαλλε την ταινία, ένα συντονισμένο πλήθος διαδήλωνε το ίδιο απόγευμα για την άρση της Πρότασης 8 και της νομοθεσίας που απαγορεύει σε ανθρώπους του ίδιου φύλου να παντρευτούν. Στην ταινία, ο Μιλκ επανέρχεται συνεχώς μέσα από τις δημόσιες ρητορείες του στις λέξεις «αλλαγή» και «ελπίδα», προσπαθώντας να πείσει τους ανθρώπους γύρω του για την πιο επιτακτική από ποτέ ανάγκη εφαρμογής τους. Στην αμερικανική πραγματικότητα του τελευταίου 24ώρου, ο Ομπάμα γίνεται ο πρώτος έγχρωμος Πρόεδρος στην Ιστορία των Η.Π.Α αφού προηγουμένως έχει δομήσει κάθε λόγο που έχει ξεστομίσει τους τελευταίους μήνες επάνω στις έννοιες της αλλαγής και της ελπίδας. Στο φιλμ του Γκας Βαν Σαντ, ένας ομοφυλόφιλος κατορθώνει το 1978 να τρυπώσει σε σεβαστά κλιμάκια της τότε πολιτικής, σε καιρούς όπου η κοινωνική ανοχή απέναντι στη διαφορετικότητα παραμένει ακόμη διστακτική και σε πολλές περιπτώσεις αρνητική. Στην Αμερική του 2008, ένας Αφροαμερικανός από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα εισχωρεί στον Λευκό Οίκο, την ίδια ώρα που σε αρκετές ακόμη πολιτείες της χώρας η ρατσιστική προκατάληψη δεν έχει πλήρως απαλειφθεί.
Θα μπορούσα να απαριθμώ για ώρα τους άφθονους παραλληλισμούς που ενώνουν αποστομωτικά την ταινία με την τωρινή πραγματικότητα. Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι στο αποφασιστικό σημείο που χωρίζει αυτή τη στιγμή την Αμερική που επιμένει να προσκολλάται στο παρελθόν από την Αμερική που επιθυμεί να προχωρήσει στο μέλλον, το «Μilk» αποκτά μια σημασία που υπερβαίνει τις κινηματογραφικές του αρετές. Σε μια χώρα που έδωσε το δικαίωμα σε έναν αφροαμερικάνο πολίτη να γίνει ηγέτης της, η δημιουργία του Γκας Βαν Σαντ είναι ακριβώς η ταινία που ο κόσμος πρέπει να γεμίσει τις αίθουσες για να δει.
πό την άλλη πλευρά, δεν ξέρω πόσο έτοιμο είναι το mainstream κοινό για να αγκαλιάσει ένα ξεκάθαρα μαχητικό φιλμ, ο κεντρικός ήρωας και οι περισσότεροι χαρακτήρες του οποίου είναι συνειδητοποιημένοι ομοφυλόφιλοι, η βασική πολιτική του ατζέντα παιανίζει την γκέι ανεξαρτησία και περηφάνια και σε αρκετές σκηνές ο (πρωταγωνιστής) Σον Πεν φιλάει στο στόμα τον (εραστή του στο φιλμ) Τζέιμς Φράνκο. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο Γκας Βαν Σαντ κατορθώνει να υπερβεί τις εύκολες ταμπέλες του στρατευμένου σινεμά, για να δώσει στα ζητήματα που θίγει η ταινία του μια οικουμενικότητα η οποία τονίζει ακόμη περαιτέρω το πόσο επίκαιρα και επείγοντα παραμένουν.
Εγκαταλείποντας (προσωρινά;) τον πειραματικό χαρακτήρα των πιο πρόσφατων φιλμ του, ο σκηνοθέτης του «Gerry» και του «Ελέφαντα» αφήνει εδώ ανοιχτή την πόρτα προς ένα ευρύτερο κοινό, επιλέγοντας τη νοοτροπία μιας πιο παραδοσιακής βιογραφίας, δίχως αυτό να σημαίνει ότι το «Μilk» δεν φέρει επάνω του τη σφραγίδα ενός ξεκάθαρου καλλιτέχνη. Καλύπτοντας τα οχτώ τελευταία χρόνια ζωής του ήρωά του, από τη στιγμή που μετακομίζει με τον σύντροφό του από τη Νέα Υόρκη στο Σαν Φρανσίσκο μέχρι τη δολοφονία του, ο Βαν Σαντ τοποθετεί την ιστορία του στην τροχιά μιας γοργής κινηματογραφικής αφήγησης που ισορροπεί το δημόσιο στοιχείο με το ιδιωτικό και προλαβαίνει να απαριθμήσει τα πιο σημαντικά γεγονότα στον σύντομο πολιτικό βίο του Μιλκ, χωρίς να θυσιάζει εντούτοις τις πιο μικρές και προσωπικές στιγμές του.
Αυτό που προκύπτει είναι μια σύνθετη προσωπογραφία στην οποία ο αγωνιστής Χάρβεϊ βρίσκει να χωρέσει πλάι στον φίλο, τον εραστή και τον ονειροπόλο, τη συγκινητική πατρική φιγούρα που χρησίμευσε ως έμπνευση και στήριγμα στο πλήθος των σεξουαλικά καταπιεσμένων που τη χρειάστηκαν και τον οραματιστή που μετέτρεψε μια ολόκληρη μητροπολιτική συνοικία σε ορμητήριο του γκέι κινήματος. Μέσα από όλες αυτές τις πτυχές, ο σκηνοθέτης δομεί το χρονικό ενός χαρισματικού ανθρώπου ο οποίος πίστεψε τόσο πολύ στον αγώνα που διεξήγαγε, ώστε να αποδείξει εμπράκτως ότι αξίζει να παλέψεις μέχρι θανάτου γι αυτόν. Ταυτόχρονα αναπαριστά τη μεταβατική εκείνη στιγμή που έσπρωξε μια εποχή στο να μάθει σταδιακά να αποδέχεται τη διαφορετικότητα και να μην εχθρεύεται τις σεισμικές σε αντίκτυπο κοινωνικές αλλαγές που πρέπει να συντελεστούν, προκειμένου να μπορέσει αυτός ο κόσμος να προχωρήσει προς τα εμπρός. Μια εποχή (μαγευτικά φωτογραφημένη όπως απεικονίζεται από τον Χάρη Σαββίδη) που μπορεί στην οθόνη να φορά τα ρούχα και τις συμπεριφορές των seventies, στην ουσία όμως δεν βρίσκεται καθόλου μακριά από τη δική μας.
λα αυτά θα είχαν μικρότερη, ενδεχομένως, σημασία εάν το «Μilk» δεν φρόντιζε να τα προικίσει με ένα δημοκρατικότατο και πλούσιο σε ανεκδοτολογικό υλικό σενάριο και, φυσικά, με μια χούφτα εξαιρετικών ερμηνειών που ξεκινούν από τη συγκλονιστική μεταμόρφωση του Σον Πεν στον πρωταγωνιστικό ρόλο και φτάνουν μέχρι τον τρόπο με τον οποίο ο Εμίλ Χιρς, ο Τζος Μπρόλιν και ο Τζέιμς Φράνκο ζωντανεύουν και εμβολίζουν με ανθρωπιά τους χαρακτήρες που ερμηνεύουν. Ο σεναριογράφος Ντάστιν Λανς Μπλακ είχε την προνοητικότητα να σπρώχνει την ιστορία του μέσα από πολύτιμες λεπτομέρειες και πινελιές τρυφερότητας, φροντίζοντας να δώσει υπόσταση σε καθέναν σχεδόν από τους δευτερεύοντες ήρωες του φιλμ- προσφέροντας την ευκαιρία ακόμη και στον αμφιλεγόμενο Νταν Γουάιτ, δολοφόνο του Μιλκ, να σκιαγραφηθεί με όσο το δυνατόν περισσότερη κατανόηση. Υπεράνω όλων, αλλά κινώντας διακριτικά τα νήματα πίσω από την αλάνθαστα παρατηρητική του κάμερα, ο Γκας Βαν Σαντ μετατρέπει μια ταινία για την οποία ξεκάθαρα νοιάζεται σε μια παθιασμένη και συγκινητική υπόθεση. Πίσω από τα ηχηρά συνθήματα και τις πολιτικές σκοπιμότητες, πίσω από τους πυρετικούς λόγους που αντηχούν στο πανί, ο σκηνοθέτης βρίσκει μια ευλογημένη ανθρωπιά που ίσως να αποτελεί τελικά το σημαντικότερο μήνυμα των πάντων. Το «Μilk» γίνεται ένα ακριβοδίκαιο φιλμ πάνω στο οποίο κάθε θεατής μπορεί να κάνει οποιαδήποτε προβολή θέλει. Δεν είναι μια γκέι ή στρέιτ ταινία. Δεν είναι ένα μανιφέστο ή μια δήλωση διαμαρτυρίας. Είναι πολύ απλά η πρώτη σπουδαία ταινία της νέας εποχής που φάνηκε μόλις να ανατέλλει. Για την Αμερική. Και για τον κόσμο ολόκληρο…






