Σε όλη την ιστορία της μέχρι τώρα τηλεόρασης δεν έχει υπάρξει ξανά σειρά που να αγγίζει την τρέλα, το μεγαλείο και το ρίσκο που επιχείρησε ο Ντέιβιντ Λιντς με το «Twin Peaks». Η αλήθεια είναι πως ούτε είχε προϋπάρξει κάτι αντίστοιχο μέχρι τη στιγμή που το πρώτο επεισόδιο της σειράς προβλήθηκε τον Απρίλιο του 1990 στους αμερικανικούς δέκτες, εκτόξευσε τους δείκτες θεαματικοτήτων στα ύψη και αργότερα απέκτησε τις διαστάσεις πολιτιστικού φαινομένου.
Ήταν η εποχή όπου ο Λιντς χαιρετιζόταν πλέον ως ένας αξιοσέβαστος σκηνοθέτης, έχοντας σημειώσει με το «Μπλε Βελούδο» ένα από τα αριστουργήματα του σινεμά της δεκαετίας του '80 και μόλις κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών, χάρη στην «Ατίθαση Καρδιά».
Το «Twin Peaks» τού πρόσφερε τη δυνατότητα να δουλέψει σε έναν ευρύτερο χρονικό και αφηγηματικό καμβά και να μπολιάσει τις μυσταγωγίες, τις γοητευτικές ιδιορρυθμίες και την διαρκή αίσθηση κινδύνου που έκρυβαν οι καλύτερες ως τώρα δημιουργίες του στη λογική μιας διεστραμμένης σαπουνόπερας που κάθε εβδομάδα σε βούλιαζε βαθύτερα στον σκοτεινό κόσμο της και κάθε λίγο και λιγάκι απειλούσε να εκτροχιαστεί και να βρεθεί εκτός ελέγχου.
Ο θεατής βρισκόταν γοητευτικά έκθετος ενός σύμπαντος ανθρώπων και τεράτων, πραγματικότητας και ονείρων, αθωότητας και σατανικού κακού, ζωής και θανάτου, το οποίο ο Λιντς τοποθετούσε στην καρδιά μιας φιλήσυχης επαρχιακής κοινότητας
Αυτό συνέβη, φυσικά, με τον ερχομό της δεύτερης και πιο προβληματικής περιόδου, όταν η αποκάλυψη του δολοφόνου της νεαρής Λόρα Πλάμερ, που αποτελούσε και το πρωταρχικό ζητούμενο της περίτεχνης πλοκής, είχε πλέον καλυφθεί από το (συγκλονιστικό) τελευταίο επεισόδιο της πρώτης σεζόν και ο Λιντς αφηνόταν ελεύθερος να σπρώξει ακόμη πιο μακριά τα όρια του σίριαλ, με άνισα πλην σταθερά συναρπαστικά αποτελέσματα.
Μέχρι το κανάλι ABC να αποφασίσει να ακυρώσει οριστικά (και απότομα) το πιο άγριο τηλεοπτικό τέκνο της δεκαετίας του '90 (και βάλε), ο θεατής βρισκόταν γοητευτικά έκθετος ενός σύμπαντος ανθρώπων και τεράτων, πραγματικότητας και ονείρων, αθωότητας και σατανικού κακού, ζωής και θανάτου, το οποίο ο Λιντς τοποθετούσε στην καρδιά μιας φιλήσυχης επαρχιακής κοινότητας, πίσω από τις πανέμορφες τοποθεσίες και τη γραφική americana της οποίας κρύβονταν ανομολόγητες απειλές.
Διαποτισμένη με υποβλητικές ατμόσφαιρες, συχνές αποδράσεις στο ονειρικό, άφθονο χιούμορ, μικρές σφήνες παρωδίας, κλιμακούμενη εκκεντρικότητα, στιγμιότυπα αξέχαστου τρόμου, μια πλειάδα ευφάνταστων δευτερευόντων χαρακτήρων και αρκετές υποπλοκές για να γεννήσουν αμέτρητες ενδιαφέρουσες ταινίες, το «Twin Peaks» πρόσφερε μια περιήγηση ανάμεσα σε εύκολα αναγνωρίσιμα κινηματογραφικά είδη (το μελόδραμα, ο τρόμος, το νουάρ, το ρομάντζο) και χρησιμοποιούσε τις χρονικές ανέσεις που παρείχε το τηλεοπτικό μέσο προκειμένου να απλώσει μια εμπειρία που κάθε φορά, με κάθε καινούργιο της επεισόδιο, κατόρθωνε να παίξει με το μυαλό σου και με όσα θεωρούσαμε ως θεατές δεδομένα στη μικρή οθόνη.
Αξεπέραστο.






