• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Γιάννης Κοκιασμένος: o καουμπόης του ελληνικού σινεμά

9 Μαρ 2016 | Θέματα, Συνεντεύξεις | 0 comments

Ο Γιάννης Κοκιασμένος, ο πρωταγωνιστής της ταινίας «Μικρή Άρκτος» της Ελισάβετ Χρονοπούλου είναι ταυτόχρονα και προπονητής ιππασίας μολονότι τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μια από τις πιο χαρακτηριστικές φιγούρες των νέων ελληνικών ταινιών. Στην ταινία της Χρονοπούλου πάντως δεν τον βλέπουμε καθόλου. Πώς γίνεται αυτό;
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Όταν το 2004 είδαμε για πρώτη φορά τον Γιάννη Κοκιασμένο στην ταινία της Ελισάβετ Χρονοπούλου «Ένα Τραγούδι Δεν Φτάνει» μείναμε με το στόμα ανοιχτό. Η ερμηνευτική του ακρίβεια και η αφοπλιστική κινηματογραφικότητά του μας εντυπωσίασε.

Και βέβαια μας εντυπωσίασε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι ο Κοκιασμένος δεν ήταν επαγγελματίας ηθοποιός, δεν είχε τελειώσει καμιά δραματική σχολή και ήταν προπονητής ιππασίας.

Ήταν βέβαια και σύζυγος της Ελισάβετ Χρονοπούλου με την οποία μοιράστηκε ένα κοινό όραμα και από την οποία σίγουρα έμαθε πολλά.

Στα επόμενα χρόνια, ο Κοκιασμένος συνέχισε να παίζει σε ταινίες με αποκορύφωμα βέβαια την συγκλονιστική ερμηνεία του στην «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα. Όλοι ήταν πια σίγουροι ότι αυτό ς ο προπονητής ιππασίας είναι ταυτόχρονα κι ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς του ελληνικού σινεμά.

Τώρα, εμφανίζεται στην τελευταία ταινία της Χρονοπούλου «Μικρή Άρκτος». Για την ακρίβεια ωστόσο, δεν θα τον δούμε καθόλου στο πανί διότι ολόκληρη η ταινία είναι ένα υποκειμενικό πλάνο.

Αυτό που ακολουθούμε δηλαδή είναι το δικό του βλέμμα απέναντι στην συμπρωταγωνίστρια του, Σοφία Γεωργοβασίλη (διαβάστε τη συνέντευξή της εδώ), η οποία στην πραγματικότητα μιλάει στην κάμερα.

Το εξαιρετικά δύσκολο αυτό κινηματογραφικό εγχείρημα έδωσε κι ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα: μια διαρκή απουσία – παρουσία και μια εξίσου υπέροχη ερμηνεία από την Γεωργοβασίλη.

Η «Μικρή Άρκτος» είναι η έκτη ταινία στην οποία πρωταγωνιστείς, ενώ έχεις εμφανιστεί και σε 12 ακόμα μικρού μήκους. Τελικά δηλαδή, είσαι περισσότερο ηθοποιός και λιγότερο προπονητής ιππασίας;

Τώρα πια και να ήθελα να πω ότι δεν είμαι, είμαι. Δηλαδή, στην πρώτη ταινία μικρού μήκους που έκανα κυκλοφορούσα κι έλεγα ‘προπονητής ιππασίας’ και στην δεύτερη το ίδιο έλεγα και στην τρίτη το ίδιο έλεγα. Ε κάποια στιγμή πρέπει να αντιμετωπίσω την αλήθεια: ναι είμαι ηθοποιός.

Δε νομίζω πάντως να υπάρχει άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, κάποιου ηθοποιού που ήταν ταυτόχρονα και προπονητής ιππασίας.

Λάθος. Υπάρχει ένας: ο Μπεν Τζόνσον. Ένας επαγγελματίας καουμπόης, ο οποίος στην αρχή ήταν κομπάρσος και μετά κανονικός ηθοποιός σε πολλά γουέστερν όπως η «Άγρια Συμμορία» του Πέκινπα. Αρχικά η δουλειά του ήταν να σαλαγάει γελάδια και να καβαλάει άλογα αλλά στην συνέχεια έγινε επίσημα ηθοποιός και μάλιστα κέρδισε το Όσκαρ Β’ Ανδρικού ρόλου στο «The Last Picture Show» του Μπογκντάνοβιτς το 1971.

Το πρόβλημα στην Ελλάδα βέβαια είναι ότι δεν γίνονται γουέστερν. Θα ήθελες όμως εσύ να παίξεις έναν τέτοιο καουμπόικο ρόλο;

Προφανώς. Κάθε φορά που κοιτάω τον εαυτό μου στον καθρέπτη βλέπω έναν καουμπόη. Θα το ήθελα πάρα πολύ.

Στην «Μικρή Άρκτο» πάντως δεν φαίνεσαι καθόλου. Και μολονότι οι πρωταγωνιστές είναι δύο, η Σοφία Γεωργοβασίλη και εσύ, εσύ είσαι συνεχώς πίσω από την κάμερα και ολόκληρη την ταινία την παρακολουθούμε ουσιαστικά μέσα από τα μάτια σου.

Καταρχάς θέλω να σου πω μια αλήθεια, με την Ελισάβετ Χρονοπούλου, πιστεύαμε πραγματικά ότι θα μου ταίριαζε ο ρόλος. Είχαμε όμως ένα τεράστιο πρόβλημα: ο χαρακτήρας της ταινίας είναι νέος – εγώ δεν είμαι νέος, είμαι γέρος και η ταινία μου έδωσε μια πολύ ευχάριστη ευκαιρία το ότι έβλεπα τον εαυτό μου είκοσι χρόνια νεότερο.

Εσύ ήσουν σε όλες τις σκηνές του γυρίσματος ή έπαιζε και μόνη της η Σοφία;

Όχι, ήμουν σε όλες τις σκηνές. Αυτό που ήταν εξαιρετικά δύσκολο στο γύρισμα, και που ήταν ίσως το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει – ήταν αυτή η τρομερή χορογραφία με τον διευθυντή φωτογραφίας, όπου έπρεπε να κινούμαστε μαζί κι όπου έπρεπε να μην βάλει τρικλοποδιά ο ένας στον άλλον, ώστε να μπορέσει να βγει αυτό το βλέμμα το δικό μου και να μπορέσω να παίξω κι εγώ.

Δηλαδή εσύ ήσουν πίσω από τον διευθυντή φωτογραφίας;

Όχι στην πραγματικότητα ήμουν μπροστά του κι εκείνος βρισκόταν είτε στο δεξί μου αυτί είτε στο αριστερό με την κάμερά του – όσο το δυνατόν κοντύτερα στο βλέμμα μου ας πούμε.

Και πώς βίωνε την «απουσία» σου η συμπρωταγωνίστριά σου;

Στην πραγματικότητα το σινεμά είναι γεμάτο με τέτοιες δυσκολίες. Δηλαδή, έχουν υπάρξει πάρα πολλές φορές, σε πολλές ταινίες, όπου έχω παίξει κοιτώντας απέναντι ένα σελοτέιπ γιατί εκεί κανονικά έπρεπε να είναι το βλέμμα μου.

Άρα ούτως ή άλλως σε όλες τις ταινίες αντιμετωπίζεις αυτό το πρόβλημα. Μπορεί να μην το αντιμετωπίζεις σε όλες τις σκηνές, αλλά πάντως κάποια στιγμή το αντιμετωπίζεις μέσα σε μια ταινία. Δηλαδή παίζεις κι έχεις το κενό απέναντι σου – το σελοτέιπ.

Και εσύ πρέπει ουσιαστικά να μεταφράσεις το σελοτέιπ στο πρόσωπο του συμπρωταγωνιστή σου.

Η πρώτη μεγάλου μήκους που έπαιξες στον κινηματογράφο ήταν το «Ένα Τραγούδι Δεν Φτάνει» της Ελισάβετ.

Ναι, αλλά είχαν προηγηθεί οι μικρού μήκους «Έλα να σου Πω» της Κατερίνας Φιλιώτου, το «Μπαρόκ» του Αχιλλέα Κυριακίδη και το «Χθες το Απόγευμα» της Ελισάβετ.

Ο Γιάννης Κοκιασμένος στη «Στρέλλα» του Πάνου Χ. Κούτρα

Άρα η Ελισάβετ σου έβαλε την ιδέα να γίνεις ηθοποιός;

Νομίζω πως ναι – δεν είχαμε λεφτά, κάποιος έπρεπε να κάνει ένα μικρό ρολάκι στην ταινία της και το έκανα εγώ. Μετά με φώναξε ο Πάνος Κούτρας να παίξω ένα μικρό ρόλο στην «Επίθεση του Γιγαντιαίου Μουσακά».

Πάντως εκείνο που δεν άλλαξε από το 1997 μέχρι σήμερα είναι ότι όλο αυτό το πράγμα έχει μια φοβερή πλάκα, ότι είναι ένα παιχνίδι και παραμένει παιχνίδι.

Το ότι είσαστε παντρεμένοι με την Ελισάβετ Χρονοπούλου, έπαιξε δηλαδή καθοριστικό ρόλο στην απόφασή σου. Το οποίο σημαίνει ότι η Ελισάβετ ήταν αυτή που σου έμαθε όλα τα μυστικά του σινεμά;

Απολύτως. Εγώ, εκτός από το ότι ήμουν σινεφίλ – έβλεπα 5 ταινίες την εβδομάδα από παιδάκι – δεν είχα πρόσβαση στον κόσμο του σινεμά. Οπότε αυτήν την πόρτα την άνοιξε η Ελισάβετ. Αλλά άνοιξε και μια άλλη πόρτα: όταν παίζεις με κάποιον άλλον που δεν είναι και σύντροφός σου στη ζωή, δεν έχει αυτή την σχέση μαζί σου εν πάση περιπτώσει, περιορίζεσαι σε αυτό που καλείσαι να κάνεις, να ερμηνεύσεις ένα ρόλο.

Ζώντας όμως με την Ελισάβετ έκανα κι ένα σωρό άλλες δουλειές, από το να οδηγώ ένα φορτηγό μέχρι να ασχολούμαι με όλα τα πρακτικά της παραγωγής. Οπότε είδα το σινεμά και από μία γωνία που ένας ηθοποιός δεν θα είχε ίσως την ευκαιρία.

Στις άλλες ταινίες, που δεν σκηνοθετεί η Ελισάβετ, αισθάνεσαι λιγότερο ή περισσότερο ελεύθερος;

Το ίδιο ελεύθερος, αν εξαιρέσουμε ότι δεν ανακατεύομαι τόσο πολύ στα θέματα της παραγωγής. Και σε κάθε περίπτωση το αντιμετωπίζω σαν γιορτή.

Υπάρχουν και κάποιοι ηθοποιοί, είτε Έλληνες, είτε ξένοι, τους οποίους τους παρακολουθείς και από τους οποίους έχεις μάθει πράγματα;

Δεν ξέρω ακριβώς πώς να σου απαντήσω σε αυτό. Ξέρω όμως να σου απαντήσω σε κάτι άλλο. Ότι έχω την εντύπωση ότι έχω κλέψει από παντού. Μπορώ να σου πω ότι κάθε ερμηνεία μου είναι μια συρραφή πραγμάτων που έχω κλέψει σε ανύποπτο χρόνο από κάπου. Δηλαδή, μια τοσοδούλα ατάκα από τον «Αμλετ» του Λόρενς Ολίβιε και του Τζον Γκίλγκουντ ή μια ατάκα του Γουίλιαμ Χόλντεν από την «Άγρια Συμμορία».

Πάντως όσοι σε βλέπουν στον κινηματογράφο και δεν σε ξέρουν δεν τους περνάει καν από το μυαλό ότι είσαι προπονητής ιππασίας και ότι δεν έχεις πάει σε δραματική σχολή. Το ταλέντο σου είναι έμφυτο δηλαδή;

Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι ότι μερικές φορές σου κάνουν ένα κοντινό πλάνο κι εσύ κάθεσαι και σκέφτεσαι βραστές πατάτες. Και μετά βλέπεις αυτό το πλάνο στο πανί και λες «κοίτα τι ωραία έπαιζα» {γελάει}. Θέλω να πω, ότι μερικά πράγματα στον κινηματογράφο γίνονται ερήμην σου.

Αυτό όμως δε θα μπορούσε να συμβεί στο θέατρο.

Έχω την εντύπωση πως θα μπορούσε. Δεν έχω βέβαια μεγάλη εμπειρία στο θέατρο, έχω παίξει σε μια παράσταση μόνο στο «Τόπος Αλλού», τα μονόπρακτα του Ντέιβιντ Μάμετ «Reunion» και «Μαύρο Πόνι» μαζί με την Κάτια Γκουλιώνη σε σκηνοθεσία του Γρηγόρη Ρέντη.

Το ευχαριστήθηκα απίστευτα που είχα τους θεατές τόσο κοντά μου και ήταν τρομερή εμπειρία.

Αλλά και πάλι πρέπει να πω ότι μερικές φορές βρε παιδάκι μου το μυαλό μου πήγαινε αλλού.

Άλλα καταλαβαίνανε αυτοί, άλλα σκεφτόμουνα εγώ {γελάει}.

Η «Μικρή Άρκτος» ωστόσο, εκτός τις τεχνικές της ιδιαιτερότητες, είναι μια ταινία για την αγάπη. Και κάποτε η Μέριλ Στριπ είχε πει ότι κάθε μεγάλος ηθοποιός ξέρει ότι το «σ’ αγαπώ» προφέρεται πάντα με ερωτηματικό. Συμφωνείς;

Ναι – ναι. Λοιπόν, πρώτον, είναι καταπληκτική ατάκα και θα την επαναλαμβάνω! {γελάει}

Ανάμεσα στους δύο κεντρικούς χαρακτήρες της ταινίας υπάρχει ένα εκκρεμές ερωτηματικό.

Ναι, υπάρχει. Θέλω να σου πω όμως ότι η αγάπη απαιτεί μια διακριτικότητα και ένα τακτ που ο χαρακτήρας που ερμηνεύω δεν τα έχει. Δηλαδή, δεν τον πολύ-χωνεύω αυτόν τον άνθρωπο πρέπει να πω – για την αδιακρισία του.

Με δύο λόγια πώς θα σκιαγραφούσες αυτόν τον χαρακτήρα;

Του γιατρού! Του γιατρού για αυτόν τον λόγο. Δηλαδή πόσο κενό και πόση έλλειψη θα πρέπει να υπάρχει μέσα του για να ψάχνει τη ζωή ενός άλλου;

Ο Nτ’ Αρτανιάν στους «Τρεις Σωματοφύλακες» του Αλέξανδρου Δουμά μαθαίνει κάτι για τον φίλο του τον Άθω και λέει «εγώ δεν θα πω ποτέ ότι τα ξέρω αυτά, θα κάνω σαν να μην τα ξέρω» γιατί το να έχεις ένα φίλο και να σε αγαπάει και να τον αγαπάς απαιτεί μερικά πράγματα – αυτά που έχει διαλέξει ο φίλος σου να μην σου πει ποτέ, να μην τα μάθεις, να μην τα ξέρεις. Η διακριτικότητα είναι το πρώτο πράγμα της αγάπης.

Και τον χαρακτήρα της Σοφίας πώς θα τον σκιαγραφούσες;

Ίσως είναι ιερόσυλο που θα σου πω τώρα, αλλά εγώ τον χαρακτήρα της Σοφίας τον βρίσκω ως έναν απόλυτα φυσιολογικό άνθρωπο. Διότι τραύματα έχουμε όλοι μας. Όλοι σε αυτήν την ζωή κουβαλάμε έναν σταυρό. Ένα τραύμα, κάτι συνέβη, ο μπαμπάς μας όταν ήμασταν μικροί δεν μας αγόρασε παπούτσια – δεν ξέρω τι στο διάολο έγινε. Οπότε δεν περιμένω ότι μία σχέση βασίζεται στην υγεία των ανθρώπων με αυτήν την έννοια. Όχι. Για να μην σου πω κιόλας ότι μερικές φορές οι άνθρωποι έρχονται κοντά λόγω των τραυμάτων και η υγεία απομακρύνει, ενώ τα τραύματα ενώνουν.

Η «Μικρή Άρκτος» κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 10 Μαρτίου

«Μικρή Άρκτος»
Παραγωγή: Ελισάβετ Χρονοπούλου, Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου
Σενάριο, Σκηνοθεσία, Μοντάζ : Ελισάβετ Χρονοπούλου
Ηθοποιοί: Γιάννης Κοκιασμένος, Σοφία Γεωργοβασίλη, Διώνη Κουρτάκη
Οργάνωση Παραγωγής: Κωνσταντίνα Βούλγαρη
Διεύθυνση Παραγωγής: Μάνος Παπαδάκης
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Χρήστος Αλεξανδρής
Ηχοληψία, Σχεδιασμός ήχου : Στέφανος Ευθυμίου
Σύμβουλος Σκηνογράφος-Ενδυματολόγος: Κατερίνα Σωτηρίου
Μακιγιάζ: Δήμητρα Γιατράκου

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ