• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Αυτό που θέλουν οι Αμερικανοί

29 Φεβ 2008 | Θέματα | 0 comments

*η πώς οι αμερικανικές ταινίες για τον πόλεμο του Ιράκ φυλακίστηκαν στο στρατόπεδο της μετριότητας.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Πώς είναι δυνατόν μια χώρα που ήδη βρίσκεται στον πέμπτο χρόνο ανοιχτού πολέμου (η εισβολή των Η. Π. Α. στο Ιράκ ξεκίνησε επίσημα στις 20 Μαρτίου του 2003), να διάγει βίον ανθόσπαρτον, να συμπεριφέρεται σαν ο όλεθρος στη Βαγδάτη να αποτελεί μικρό σκουπιδάκι στην καθημερινότητα μιας ηπείρου σε ευημερία, να μην απεικονίζει στην κινηματογραφική της παραγωγή, αυτήν που την εξύψωσε στην παγκόσμια καλλιτεχνική αντίληψη, ένα πλήγμα τόσο μεγάλο, όσο αυτό που μόνη της κατέφερε στα νιάτα του τόπου της; Γι αυτό παραπονιούνταν πρόσφατα οι Αμερικανοί (και Ευρωπαίοι, άλλωστε) διανοούμενοι και να που φέτος οι ταινίες που ενσωματώνουν στην πλοκή τους, ποικιλοτρόπως, τον πόλεμο του Ιράκ, άρχισαν να συρρέουν στις εμπορικές οθόνες της Αμερικής.


Ξεκινώντας τον περασμένο Ιούνιο με το «Μια Γενναία Καρδιά», την κατά Μάικλ Γουιντερμπότομ απεικόνιση της απαγωγής και εκτέλεσης του δημοσιογράφου Ντάνιελ Περλ στο Καράτσι, η πομπή συνεχίστηκε με το «Στην Κοιλάδα του Ηλά», όπου ο οσκαρούχος Πολ Χάγκις εξετάζει τη νέκρωση της συνείδησης των νεαρών Αμερικανών στρατιωτών στο Ιράκ, τη φιλελεύθερη λογοδιάρροια του Ρέντφορντ στο «Λέοντες Αντί Αμνών» και το «Έκδοση Κρατούμενου», όπου Μέριλ Στριπ, Τζέικ Τζίλενχαλ και Ρις Γουίδερσπουν αμφισβητούν την αντιτρομοκρατική δράση της CIA. Ακολούθησαν το «Εν Ψυχρώ», όπου ο Μπράιαν ντε Πάλμα θίγει την αμεροληψία της κάλυψης του πολέμου από τα ΜΜΕ, το «Όταν Έφυγε Η Γρέις» όπου ο Τζον Κιούζακ βιώνει την απώλεια της γυναίκας του στον πόλεμο, για να φτάσουμε στο «Κite Runner» του Μαρκ Φόρστερ που εξελίσσεται στο υπό κίνδυνο Αφγανιστάν και φέρει το tag line «Υπάρχει τρόπος να ξαναγίνεις καλός». Αποτέλεσμα, εν γένει χλιαρές κριτικές και εισπρακτική μετριότητα, που ανά αίθουσα κυμαίνεται στα 14.000 δολάρια το πρώτο τριήμερο για τις δύο αυτές ταινίες και στα 2.500 για τις υπόλοιπες.


Τα συμπεράσματα μιας τέτοιας πορείας μπορεί να είναι δύο. Αφενός ότι, παρά τους επώνυμους συντελεστές και την ποιότητα της παραγωγής, καμιά από τις φετινές «πολιτικές» ταινίες δεν αναγνωρίστηκε, στ αλήθεια, ως κινηματογραφικό έργο. Αν μιλάμε για μέτριες ταινίες, γιατί να υποχρεωθεί το αμερικανικό κοινό να τις δει; Μόνο επειδή ασχολούνται με τη μαύρη σελίδα της πολιτικής του ζωής; Ή, μάλλον, σε πείσμα αυτού; Αλλωστε, η αγαπημένη συζήτηση των Ευρωπαίων επικριτών δεν είναι ότι το αμερικανικό κοινό δεν έχει την πνευματική υποδομή για να κατανοήσει και ν αναγνωρίσει κάτι πιο σοφιστικέ, κι ότι το μόνο που μπορεί να το διαπεράσει, οπότε και επιμορφώσει, είναι ο «λαϊκισμός» του Μάικλ ΜουρFahrenheit 9/11» άνοιξε, στον καιρό του, με 28.000 δολάρια ανά αίθουσα το πρώτο τριήμερο της προβολής του, ένα box office που καθόλου δεν ανταποκρίνεται στη δημοτικότητα του δημιουργού του.


Αρα, συνεπέστερο μοιάζει το δεύτερο συμπέρασμα: ότι η παγκόσμια ιντελιγκέντσια θέλει η έβδομη τέχνη ν ανταποκρίνεται στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και να τη σχολιάζει. Οι κριτικοί, οι κινηματογραφιστές, οι «προοδευτικοί» ηθοποιοί θέλουν να δουν την αμερικανική παραγωγή να στρέφεται προς τα αληθινά σενάρια που στιγματίζουν τη δεύτερη μετά Χριστόν χιλιετία. Αλλά ο Αμερικανός θεατής just wants to have fun: θέλει το σινεμά να είναι ψυχαγωγία, θέλει τη λάμψη, την ομορφιά που θα τον απομακρύνει από τη μιζέρια της καθημερινότητας του και θα τον πείσει ότι τα 10 δολάρια που έδωσε στο ταμείο έπιασαν τόπο.


Και πριν βιαστούμε να τον κατακρίνουμε ή να τον απαξιώσουμε ως αφελή ή βολεμένο, ας θυμηθούμε την εισπρακτική τραγωδία που ήταν για την Ελλάδα ο «Ομηρος» του Κωνσταντίνου Γιάνναρη ή την απογοήτευση στα έσοδα του «Εduart» της Αγγελικής Αντωνίου. Κι ας συνειδητοποιήσουμε ότι το πολιτικό σινεμά έχει ακόμα πολλά στοιχήματα να κερδίσει – και στην Αμερική και λίγο πιο κοντά.


Λήδα Γαλανού


Ασχέτως πού θα καταλήξει το κύμα των αμερικανικών ταινιών αντίδρασης απέναντι στον πόλεμο του Ιράκ, η σκηνοθέτις του «Βoys Dont Cry», Κίμπερλι Πιρς, κυκλοφορεί τον Μάρτη το συναφούς πολιτικής θέσης «Stop Loss».

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ