• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Αν οι ταινίες μπορούσαν να σε σώσουν

5 Νοέ 2008 | Θέματα | 0 comments

Υπάρχουν ταινίες που μπορούν, έστω και για λίγο, να σε λυτρώσουν. Από μια απογοήτευση, μια μελαγχολία, μια απώλεια. Μια τέτοια ταινία κυκλοφορούσε ο Λόρενς Κάσνταν στις αίθουσες πριν ακριβώς 25 χρόνια. Διηγιόταν σε αυτή τον γλυκόπικρο απολογισμό μιας παλιοπαρέας που επανασυνδέεται ύστερα από καιρό, με αφορμή τον χαμό ενός αγαπημένου φίλου. Η ταινία αυτή ήταν η «Μεγάλη Ανατριχίλα». Και, για μένα, όπως και για αρκετούς άλλους ανθρώπους, χρησίμευσε κατά καιρούς ως σανίδα σωτηρίας. Οποτε καθένας από εμάς ένιωθε την ανάγκη για κάτι τέτοιο.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Από τον Λουκά Κατσίκα


Δεν μπορείς να έχεις πάντοτε αυτό που θέλεις
Λένε ότι οι φίλοι είναι το καταφύγιό σου, όταν τα πράγματα εκεί έξω κάποια στιγμή στραβώσουν. Σε αυτούς μπορείς να απευθυνθείς, όταν αισθανθείς ότι κάτι στη ζωή σου δεν πηγαίνει καλά. Οταν έχεις χάσει κάτι πολύτιμο και χρειάζεται να μοιραστείς το βάρος της απουσίας του. Ολα αυτά γίνονται ακόμη πιο κατανοητά και επείγοντα όσο μεγαλώνεις. Οσο περνάς το κατώφλι των – άντα και νιώθεις ότι πράγματα που κάποτε αντιμετώπιζες ξένοιαστα και επιπόλαια, τώρα χρειάζονται μια αίσθηση κλεισίματος, μια εγγύηση, μια επαλήθευση. Και όσο ξεκαθαρίζει το τοπίο από τις υπέροχες θολούρες της νιότης, άλλο τόσο συνειδητοποιείς ότι σε έναν τέτοιο κόσμο, ψυχρό και ως επί το πλείστον παράλογο, όπου η μοναξιά είναι το πρώτο ζητούμενο, ένα φιλικό πρόσωπο είναι μερικές φορές αρκετό για να απαλύνει τη θλίψη. Αυτά σκεφτόμουν πρόσφατα που χρειάστηκε να εκτονώσω και να κοινωνήσω μια στεναχώρια. Αυτά έλεγε και πριν 25 χρόνια ο Λόρενς Κάσνταν στην ταινία που από μικρός φυλάω στο ράφι με τα πιο μονάκριβά μου πράγματα. Αυτά που μπορεί να μην γίνεται να σου μιλήσουν, αλλά που με έναν σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, πάντα σε καταλαβαίνουν. Στέκουν σε μια γωνιά και περιμένουν πότε θα τα χρειαστείς και θα τρέξεις πάλι κοντά τους. Συμβαίνει κάτι τέτοιο με βιβλία και δίσκους. Συμβαίνει, φυσικά, και με ταινίες.


Από το 1984 που πρωτοείδα τη «Μεγάλη Ανατριχίλα», σε τρυφερή ηλικία, μέχρι σήμερα, πρέπει να την έχω παρακολουθήσει υπερβολικά πολλές φορές. Η ιστορία εκείνων των εφτά παλιόφιλων που γνωρίστηκαν το 60 στο πανεπιστήμιο και τώρα ξανασμίγουν για ένα Σαββατοκύριακο, με αφορμή την αυτοκτονία ενός από αυτούς, έγινε σταδιακά κάτι πολύ δικό μου. Μου έδωσε το ερέθισμα να χρησιμοποιώ τακτικά το φιλμ ως αόρατο και σιωπηλό εξομολογητή μου. Να το αντικρίζω σαν μια υπενθύμιση- πως όσο ιδιωτική υπόθεση κι αν είναι η θλίψη, μπορείς πάντοτε να την εκτονώνεις μέσω της δύναμης που έχει το σινεμά. Τις προάλλες που χρειάστηκε να ζητήσω και πάλι βοήθεια από τον Λόρενς Κάσνταν και τους ήρωές του, αναρωτήθηκα: μήπως τώρα που μεγάλωσα και τους πλησιάζω ηλικιακά, τους καταλαβαίνω, άραγε, καλύτερα; Οχι, στην πραγματικότητα. Μέρος της μαγείας που τρύπωσε ο Κάσνταν στο σενάριό του ήταν τελικά αυτό. Οτι δεν χρειαζόταν να ανήκεις στη συγκεκριμένη ηλικία ούτε στη συγκεκριμένη γενιά για να κατανοήσεις τους χαρακτήρες του. Χρειαζόταν μόνο να συγχρονιστείς σε μια χούφτα απλών και απολύτως κατανοητών προβλημάτων που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν. Εκείνα τα ζητήματα που συνειδητοποιείς όλο και περισσότερο καθώς ο χρόνος κυλά επάνω σου: τον φόβο να μην προδώσεις όλα αυτά στα οποία πίστεψες, την παραδοχή των αντιξοοτήτων που επιφυλάσσει ετούτη η ζωή, το αναπόφευκτο του θανάτου και πάνω απ όλα, την ανάγκη της συντροφικότητας. Θα βοηθούσε, ίσως, και μια καλή σόουλ δισκοθήκη.


…αλλά αν προσπαθήσεις μερικές φορές, βρίσκεις αυτό που έχεις ανάγκη.
«Τον καιρό που γύριζα την Εξαψη, στο διάλειμμα που κάναμε κάθε μέρα για φαγητό, συναντούσα τακτικά έναν τύπο που δούλευε για το στούντιο της Fox και περνούσαμε μαζί αρκετό χρόνο. Γίναμε φίλοι, φαινόταν ότι συμφωνούσαμε σε αρκετά πράγματα, μοιραζόμασταν παρόμοιες απόψεις για τη βιομηχανία του θεάματος στην οποία είχαμε πρόσφατα και οι δυο εισχωρήσει. Πολλές φορές όταν μιλούσαμε, όμως, ο τύπος αυτός τύχαινε να πει κάτι το οποίο έβρισκα τόσο πολύ κόντρα στις δικές μου πεποιθήσεις, ώστε ένιωθα στιγμιαία τον εαυτό μου να παγώνει. Αισθανόμουν μια ανατριχίλα να διαπερνά όλο μου το σώμα. Γιατί συνειδητοποιούσα ότι ανάμεσα σε μένα και σε αυτό τον άνθρωπο, με τον οποίο φαινόταν να τα πηγαίνουμε τόσο καλά, υπήρχε ένα βαθύ χάσμα αξιών. Κι αυτή η μεγάλη ανατριχίλα που αισθανόμουν, όποτε με αιφνιδίαζε με αυτά που μου έλεγε, ήταν ουσιαστικά η έμπνευση πίσω από τη δημιουργία της ταινίας. Μαζί, φυσικά, με το γεγονός που την προκαλούσε. Το ότι καταλάβαινα πλέον πως μερικές από τις πιο σημαντικές αξίες και ιδεώδη με τα οποία είχαμε γαλουχηθεί από μικροί έμπαιναν σε αληθινή δοκιμασία και αμφισβήτηση κάθε φορά που ερχόμασταν σε επαφή με τον έξω κόσμο».


Ο Λόρενς Κάσνταν ήταν 34 ετών όταν ολοκλήρωνε την ταινία που θα έκανε το όνομά του συνυφασμένο με μια από τις πιο αγαπημένες κινηματογραφικές αναμνήσεις της δεκαετίας του 80. Στο βιογραφικό του είχε ήδη δυο πολύ μεγάλες συγγραφικές επιτυχίες (την «Αυτοκρατορία Αντεπιτίθεται», δεύτερο και για πολλούς καλύτερο μέρος του «Πολέμου Των Αστρων» και τους «Κυνηγούς Της Χαμένης Κιβωτού»), όπως και ένα εντυπωσιακό σκηνοθετικό ντεμπούτο («Εξαψη») που στάθηκαν αρκετά για να πείσουν το στούντιο της Columbia να τον αφήσει ανενόχλητο να συσπειρώσει μια ομάδα όχι ιδιαιτέρως γνωστών ηθοποιών- οι περισσότεροι από τους οποίους προέρχονταν από θεατρικές κολεκτίβες- στην πραγματοποίηση ενός σεναρίου που αφορούσε κάτι πολύ προσωπικό και κοντινό στην καρδιά του Κάσνταν.


Από τη στιγμή που η εταιρεία πείστηκε να εισφέρει τα απαραίτητα χρήματα για την παραγωγή, ο σκηνοθέτης συγκέντρωσε τους ηθοποιούς του σε ένα πανέμορφο οίκημα που βρισκόταν στο Μπιούφορντ της Νότιας Καρολίνα και στο οποίο, όπως πληροφορήθηκε ο Κάσνταν, είχαν γίνει παλιά τα γυρίσματα του «Μεγάλου Σαντίνι» με τον Ρόμπερτ Ντιβάλ, μιας ταινίας την οποία εκτιμούσε πολύ. Ο Κέβιν Κλάιν, η Γκλεν Κλόουζ, ο Τομ Μπέρεντζερ, η Τζο Μπέθ Γουίλιαμς, ο Τζεφ Γκόλντμπλαμ, η Μέρι Κέι Πλέις, ο Γουίλιαμ Χαρτ και η Μεγκ Τίλι (που ερμήνευε το νεώτερο μέλος της παρέας) κλήθηκαν από τον σκηνοθέτη να περάσουν μαζί μερικές εβδομάδες στις οποίες θα ασχολιόνταν αποκλειστικά με αυτοσχεδιασμούς και με την τελική διανομή των ρόλων τους. Για τέσσερις εβδομάδες, μακριά από τα σπίτια και τις οικογένειές τους, οι ηθοποιοί χρειάστηκε να περνούν όλη τη μέρα μαζί- μια έξυπνη πρωτοβουλία του Κάσνταν που γέννησε εξαρχής τις συνθήκες για τη δημιουργία ενός αισθήματος άνεσης, κοινότητας και συλλογικής ιστορίας μεταξύ τους. Μία νύχτα, πριν το ξεκίνημα των γυρισμάτων, μάλιστα, οι ερμηνευτές την πέρασαν υποδυόμενοι πλέον τους χαρακτήρες τους.


Στις 28 Σεπτεμβρίου του 1983, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» κυκλοφόρησε σε ένα ευρύτατο κύκλωμα αιθουσών της Αμερικής. Οι κριτικές ήταν ως επί το πλείστον ενθουσιώδεις, εκτός από μερικές περιπτώσεις όπου μερικοί έσπευσαν να τη συγκρίνουν κάπως απαξιωτικά με το «Τhe Return Of The Secaucus Seven», μια ταινία συναφούς θεματικής που είχε γυρίσει ο Τζον Σέιλς τρία χρόνια πριν. Μεμονωμένες φωνές έσπευσαν μάλιστα να κατηγορήσουν τον Κάσνταν ότι τα δάνεια που πήρε από την ταινία του Σέιλς ήταν παραπάνω από σαφή. Με όλη τη συμπάθεια που τρέφω για το «Secaucus Seven», δεν είναι αυτό το φιλμ στο οποίο συνέβη να επανέλθω ξανά και ξανά στη διάρκεια της μέχρι τώρα ζωής μου. Υπάρχει κάτι απόμακρο και λίγο στεγνό στους ήρωες της ταινίας εκείνης που με δυσκόλευε πάντοτε να τους προσεγγίσω. Οι χαρακτήρες της «Μεγάλης Ανατριχίλας» διατηρούν από την άλλη ένα αίσθημα του χειροπιαστού και του οικείου που θεωρώ μοναδικό. Μοιάζει σαν να ζουν έξω από τα ασφυκτικά όρια του κάδρου. Οι ζωές τους προϋπήρχαν και φαίνεται να συνεχίζουν πριν και μετά την κάμερα. Το κυριότερο, σε πείθουν να ενδιαφερθείς για αυτούς. Οπως δηλώνει και ο ίδιος ο σκηνοθέτης, έκπληκτος από τους συνεκτικούς δεσμούς που κατάφεραν οι οχτώ αυτοί ήρωες να συνάψουν ερήμην του με εκατομμύρια θεατές μέσα στα χρόνια, από την πρώτη κυκλοφορία της ταινίας του, «εγώ το μόνο που ήθελα ήταν να διηγηθώ μια πολύ συγκεκριμένη ιστορία. Που αφορούσε ανθρώπους της δικής μου γενιάς και βιώματα της εποχής που ήμουν στο κολέγιο. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος ότι τα βιώματα αυτά θα έβρισκαν αντίκρισμα στο ευρύ κοινό. Γι αυτό με εξέπληξε τόσο το γεγονός ότι θεατές μικρότερης και μεγαλύτερης ηλικίας από εκείνη των ηρώων ανταποκρίθηκαν σε εκείνους και στην ταινία, ή ότι το φιλμ κατόρθωσε να αποκτήσει μια οικουμενικότητα που το έκανε αρεστό σε τόσο πολύ και διαφορετικό κόσμο».


Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο που συντηρεί τη φήμη και την απήχησή της, η «Μεγάλη Ανατριχίλα» θα στέκει πάντα ως μια συγκινητική απόδειξη της ικανότητας που έχει το σινεμά να σε εμπλέκει σε μια προσωπική συνομιλία μαζί του. Να στέκει ως μια εναλλακτική μορφή ψυχοθεραπείας και αυτοανάλυσης όταν νιώσεις την ανάγκη για κάτι τέτοιο. Να αποτελεί έναν καθρέφτη πάνω στον οποίο θα μπορείς πάντα να βλέπεις κάτι από τον εαυτό σου. Και να επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ένα κρυστάλλινα απλό αλλά τόσο ουσιαστικό αξίωμα: Οτι, παρ όλο που ο χρόνος κυλά αδυσώπητα και ο κόσμος που μας περιβάλλει βρίσκει καθημερινά τον τρόπο για να γίνεται ολοένα και πιο κυνικός, η μία και αδιαφιλονίκητη σιγουριά παραμένει πως το μόνο που αξίζει εκεί έξω είναι να δώσεις και να πάρεις λίγη αγάπη. Ολα τα υπόλοιπα απλώς δεν υπάρχουν. Αυτό το αξίωμα πήρε ο Λόρενς Κάσνταν πριν 25 χρόνια και το μετέτρεψε σε ταινία.


Πώς τα τραγούδια μιας άλλης εποχής δίνουν αμπάριζα σε σημερινά τραύματα.


Η δύναμη των αναμνήσεων και ο μύθος. Η φαντασιακή διαδρομή μέσα στο χρόνο που μπορεί να κάνεις με οδηγό ένα κλασικό τραγούδι, μια μελωδία, άφθαρτη από τις μεταλλάξεις των επεξεργασιών και των remix. Η ταινία του Λόρενς Κάσνταν είναι μια τρανή απόδειξη της πρωταγωνιστικής ανάγκης της μουσικής σε ένα σενάριο που βρίθει από σκονισμένα συναισθήματα, από πικρά απωθημένα, από σχέσεις που δεν ευοδώθηκαν και από ανθρώπους που, αντί για την καρδιά τους, ακολούθησαν το ρεαλιστικό ρεύμα της ζωής. Η σύζυγος του Κάσνταν, Μεγκ, επέλεξε τα τραγούδια που ακούγονται -παρεμβαίνουν, καταλύουν, διαλύουν και παράγουν- την πλοκή της «Μεγάλης Ανατριχίλας», με άξονα τη μνήμη και τη δύναμή της, τη γιγάντωση των baby boomers και τη διάχυσή τους στην κοινωνία της αμερικανικής ευμάρειας. Οσο πιο άνετες και μεγάλες είναι οι επαγγελματικές ή κοινωνικές επιτυχίες των ηρώων της ταινίας στις πορείες των ζωών τους, τόσο πιο πιεστικά ρίχνουν τα απόβλητα των συναισθηματικών αναγκών τους κάτω από το χαλάκι…


Το αυθεντικό σάουντρακ της ταινίας ανέβηκε ως το Νο.17 του αμερικανικού τσαρτ το 1983, θέτοντας για πρώτη φορά ένα προηγούμενο για όλες τις κατοπινές προσεγγίσεις των ηχητικών επενδύσεων σε ταινία. Ποτέ άλλοτε μια συλλογή παλιών τραγουδιών ως σάουντρακ δεν κατάφερε να σημειώσει τόσο μεγάλη επιτυχία στην Αμερική. Και ποτέ άλλοτε μια ταινία δεν είχε τόσο ηχηρή έλλειψη ανάγκης μιας παρτιτούρας, ειδικά γραμμένης γι αυτήν. Με τα σόουλ ρεφρέν που «έδεναν» διάσπαρτα τα κομμάτια της ταινίας, η «Ανατριχίλα» ακύρωσε την αναγκαιότητα ενός σκορ ή ενός μοτίβου που θα συνόδευε τους ήρωες. Διότι τα κλασικά τραγούδια που επέλεξε η Μεγκ Κάσνταν δεν είναι απλά συνοδευτικά ή διακριτικά του υπόβαθρου στην πλοκή. Είναι αυτά που δίνουν εναύσματα, κινητοποιούν τους ήρωες, τους «ρίχνουν», τους ανεβάζουν, τους κάνουν να αισθάνονται τη σημασία των χαμένων μεταξύ τους κρίκων – η Motown εδώ ως κεντρικός άξονας λειτουργεί ως κοιτίδα της χαμένης ποπ αθωότητας και γύρω της διάσπαρτα «αναμνηστικά» από μια εποχή που έχει κυλήσει για πάντα και δεν γυρνάει πίσω παρά μόνο ως «κινηματογραφική» αναδρομή.


Τemptations, Miracles, Μάρβιν Γκέι, Σμόκι Ρόμπινσον αποτελούν τον απόλυτο πυρήνα της Motown -μουσική της ψυχής, με «θρεπτική» ουσία και καρυκεύματα τους Exciters, την Αρίθα Φράνκλιν, τους Procol Harum, τους Three Dog Night, τους Rascals. Σε αυτά τα αρχικά δέκα τραγούδια του σάουντρακ προστέθηκαν, επτά μήνες μετά την κυκλοφορία του πρώτου άλμπουμ, άλλα τόσα περίπου σε μία δεύτερη συλλογή με τίτλο «Τhe Big Chill: More Songs From The Original Soundtrack» που και αυτό τιμήθηκε ως το Νο.85 του Billboard. Αυτή τη φορά, οι Band, Beach Boys και Creedence Clearwater Revival, οι Spencer Davis Group από τη μία και ο Πέρσι Σλετζ, οι Marvelettes και η Μάρθα Ριβς με τις Vandellas από την άλλη, διατήρησαν τη συναισθηματική μυθολογία της «Μεγάλης Ανατριχίλας» με τη βουτιά στη δεκαετία του 60 που είναι πάντα ασφαλής και σίγουρη.


Το 2004 δεν άργησε να έρθει μαζί με την έκδοση που στην ουσία εκμεταλλεύεται το «αίσθημα» της ταινίας, για να συγκεντρώσει «Μusic From And Inspired From The Big Chill» – τριάντα οκτώ τραγούδια διαλεγμένα από την ίδια «θρυλική περίοδο» από τα πιο προφανή (Supremes, Moody Blues, Τζο Κόκερ) μέχρι τα πιο κρυμμένα (Spanky & Our Gang, Blues Magoos). Η εκμετάλλευση του φαινομένου της «Μεγάλης Ανατριχίλας» συνεχίστηκε και δύο χρόνια αργότερα με την κυκλοφορία της τριπλής κασετίνας «Chronicles: Music Inspired By The Big Chill» στην οποία συγκεντρώνονται στην ουσία τα περιεχόμενα των προηγούμενων κυκλοφοριών ως ένα συναισθηματικά ρετρό πακέτο. ΜΑΡΚΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ


Στην αρχική εκδοχή της, η ταινία τελείωνε με ένα φλας μπακ με ολόκληρη την παρέα συγκεντρωμένη σε κάποια μάζωξη του παρελθόντος, περιλαμβανομένου και του Κέβιν Κόστνερ- στον ρόλο του μετέπειτα αυτόχειρα Αλεξ- ο οποίος απολάμβανε εδώ και τη μοναδική μεγάλη του σκηνή στο φιλμ. Ο Κάσνταν αποφάσισε να κόψει τη σκηνή, γιατί τη βρήκε περιττή και ο ρόλος του Κόστνερ κατέληξε στο καλάθι των αχρήστων, με μοναδική εξαίρεση την αρχή του φιλμ όπου ο ηθοποιός δανείζει τα μαλλιά, το μέτωπο και τον καρπό του στο νεκρό σώμα του Αλεξ.


Ανάμεσα στις ηθοποιούς που είχαν δοκιμαστεί για τον ρόλο της νεαρής Κλόι ήταν και η Φίμπι Κέιτς. Ο ρόλος κατέληξε τελικά στη Μεγκ Τίλι, η Κέιτς γνώρισε παρ όλα αυτά στα πλατό της «Ανατριχίλας» τον Κέβιν Κλάιν, ο οποίος την παντρεύτηκε έξι χρόνια αργότερα και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να παραμένει σύζυγός της.


Από όλα τα τραγούδια που ακούγονται στην ταινία, το μοναδικό που λόγω δικαιωμάτων δεν υπήρξε εφικτό να κυκλοφορήσει σε κανένα από τα σάουντρακ του φιλμ ήταν το «Υou Cant Always Get What You Want» των Rolling Stones, κομμάτι-κλειδί που συνοδεύει αξέχαστα τη σκηνή της κηδείας του Αλεξ.


Η «Ανατριχίλα» απέκτησε μια δεύτερη ένδοξη καριέρα στο βίντεο, κερδίζοντας 24 εκατομμύρια δολάρια σε ενοικιάσεις, ποσό εντυπωσιακό για τα μέτρα της δεκαετίας του 80. Στις αίθουσες των ΗΠΑ υπολογίζεται ότι μέχρι σήμερα έχει συγκεντρώσει κάτι παραπάνω από 56 εκατ. δολάρια.

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ