Wonder Woman 1984

Wonder Woman 1984

Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη, θριαμβευτική της εξόρμηση, και κάνοντας ένα (αμφιλεγόμενο;) streaming άνοιγμα στο HBO Max τον Δεκέμβρη, η Wonder Woman επιστρέφει στις ελληνικές αίθουσες με «ψυχροπολεμική» διάθεση. Και ποιότητα.

Το πρώτο «Wonder Woman» αποτέλεσε τόσο εισπρακτική (πάνω από 800 εκατομμύρια δολάρια στο παγκόσμιο box office), όσο και αναπάντεχα, καλλιτεχνική επιτυχία. Η χρυσή καρδιά της σούπερ ηρωίδας που είχε κάνει μόνο μία cameo εμφάνιση στο «Batman v Superman: Η Αυγή της Δικαιοσύνης» κερδίζοντας τις εντυπώσεις (το «Justice League» του Τζος Γουίντον κυκλοφόρησε πέντε μήνες μετά τη WW), έκανε την γοητευτική Γκαλ Γκαντότ λαμπερή σταρ, αναβάθμισε το κινηματογραφικό σύμπαν της DC με μία περιπέτεια-ουσίας, δικαίωσε την Πάτι Τζένκινς ως την πρώτη γυναίκα σκηνοθέτιδα που ανέλαβε τέτοια στουντιακή παραγωγή, τρύπωσε στη λίστα με τις 10 καλύτερες ταινίες της χρονιάς από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου και – κυρίως – συμπορεύτηκε αγαστά με το επίκαιρο, κοινωνικό, πολιτικό και πολιτιστικό κλίμα γυναικείας ενδυνάμωσης.

Προφανώς και μία συνέχεια ήταν δεδομένη (για να μην πούμε επιβεβλημένη) και οι προσδοκίες μεγάλες. Δυστυχώς, το επόμενο κεφάλαιο επενδύει στην λάμψη της Woman, αλλά του λείπει το Wonder.

Το σίγουρο είναι πως η μόδα του ‘80 δεν κολάκεψε ούτε την Wonder Woman

Η νέα ταινία μετατοπίζεται χρονικά από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο στην δεκαετία του '80, κάπου ανάμεσα στην ψυχροπολεμική κόντρα ΗΠΑ-ΕΣΣΔ και στην οικουμενική καταναλωτική μανία. Βασική αντίπαλος της Νταϊάνα Πρινς (Γκαλ Γκαντότ) είναι η Δρ. Μπάρμπαρα Αν Μινέρβα, γνωστότερη ως Cheetah (την υποδύεται η ανατρεπτική κωμικός Κρίστεν Γουίγκ) και – κυρίως – ο Πέδρο Πασκάλ («Game of Thrones») ως ο μυστηριώδης, νεόπλουτος Μάξγουελ Λορντ. Κι ενώ η à propos νοσταλγική τάση των ‘80s που έχουν σιγοντάρει τελευταία ταινίες και σειρές (με αποκορύφωμα το «Stranger Things») ταιριάζει άψογα στη ναϊφ κλίση μιας ηρωίδας που πρεσβεύει την αλήθεια και εναντιώνεται τρυφερά στους αντιπάλους της, οι αδέξιοι χειρισμοί του σεναρίου και μία εμμονή στην επανάληψη «όσων άρεσαν στην πρώτη ταινία», ρίχνει χαμηλά τον παλμό της Αμαζόνας.

Για παράδειγμα, το «Wonder Woman 1984» ανοίγει αναποφάσιστα με δύο διαφορετικούς προλόγους: έναν στην Θεμισκύρα (γιατί πώς αλλιώς θα επιστρέψουν Ρόμπιν Ράιτ, Κόνι Νίλσεν;) και έναν (πιο συνεπή για το συγκεκριμένο σίκουελ) σε εμπορικό κέντρο. Στην λογική της αναπαραγωγής των επιτυχημένων συστατικών του πρώτου μέρους, ένα άγαρμπο σεναριακό εύρημα επαναφέρει τον Κρις Πάιν ως ερωτικό ενδιαφέρον (κι εμμονή 70 χρόνων!) της Νταϊάνα, μία σκηνή δράσης μεσσιανικού συμβολισμού προσπαθεί να μιμηθεί την αξέχαστη σκηνή στα χαρακώματα και το φινάλε εξαντλείται σε έναν διδακτικό μονόλογο της πρωταγωνίστριας. Στα παραπάνω προσθέστε την απαράδεκτη στερεοτυπική αντίληψη του Χόλιγουντ περί πολιτικής μεσανατολικών ζητημάτων (η σκηνή στην Αίγυπτο) και τη σοβαρή αδυναμία να συστηθούν σωστά και να πείσουν ως απειλή οι δυο αντίπαλοι της Wonder Woman (ενδεχομένως ένας από τους δυο θα αρκούσε για οικονομία της αφήγησης) και αυτό που μένει είναι η φωτογενής Γκαντότ, η επική μουσική του Χανς Ζίμερ και μία φαντασμαγορική σκηνή πτήσης.

Ίσως το «Wonder Woman 1984» παίρνει πολύ στα σοβαρά το κοινωνικό του σχόλιο για την δεκαετία της αφθονίας. Ίσως το αβέβαιο αφηγηματικό σύμπαν ταινιών που βασίζονται σε κόμικ της DC (που χωρά την σοβαροφάνεια του Σνάιντερ, τον σκορσεζικό «Τζόκερ», το εφηβικό «Shazam!» μεταξύ άλλων) να ψάχνει ακόμα πατήματα απέναντι στον οδοστρωτήρα της Marvel. Το σίγουρο είναι πως η μόδα του ‘80 δεν κολάκεψε ούτε την Wonder Woman.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]