Respect


Η ζωή και το έργο της μέγιστης Αρίθα Φράνκλιν από τα 10 ως τα 30, όταν και παρέδωσε τον μνημειώδη gospel δίσκο της, εκ των αξεπέραστων επιτευγμάτων της. Παραδοσιακότερο του παραδοσιακού biopic, με (σχεδόν) όλα όμως τα στοιχεία στην επιμελημένη θέση τους και μια έκτακτη Τζένιφερ Χάντσον στον ρόλο της «Βασίλισσας της Σόουλ».

Το είδος του biopic μπορεί να ακούει τα εξ αμάξης, συνήθως από αυτούς που πιστεύουν ότι ξέρουν καλύτερα τον βιογραφούμενο απ’ ότι οι δημιουργοί, όμως είναι κεντρικό κομμάτι της χολιγουντιανής αφήγησης. Οι λόγοι δύο: Ο ένας ότι είναι μια λαμπρή ευκαιρία επίδειξης αφηγηματικής ευχέρειας, αφού η πρωτοτυπία δεν θεωρείται ακριβώς ζητούμενο, και ο άλλος ότι ταιριάζει στον μυθοπλαστικό χαρακτήρα της βιομηχανίας να καθαγιάζει το πρόσωπο που βιογραφεί- συνηθέστερα κεντρικό πρόσωπο της αμερικανικής κουλτούρας.

Το «Respect» εμπίπτει ακριβώς στο είδος της βιογραφίας που θέλει και μπορεί να κάνει το Χόλιγουντ. Έχει για κεντρικό του πρόσωπο μια ακριβή καλλιτέχνιδα, την ακριβότερη της μαύρης ποπ κουλτούρας κι έχει ένα ιδεολογικό GPS για μπούσουλα που πρακτικά κρατάει αλεξιβρόχιο στις λογιών μομφές που δικαιούται το έργο.

Πλην των αδυναμιών, που ίσως και να μην επιβαρύνουν τον σημερινό θεατή, αυτό είναι το ταβάνι που μπορεί να πιάσει μια παρόμοιας φιλοσοφίας κατασκευής ταινία.

Μομφές που συνοψίζονται μάλλον στην επικαιροποιημένα μελό αίσθηση, που σε συνδυασμό με τον ακίνδυνο, σαπουνοπερίστικα ευθύ δραματουργικό χαρακτήρα, διασφαλίζει ότι καμμία πραγματικά επικίνδυνη στροφή δεν θα υπάρξει, ούτε δραματικά, ούτε στιλιστικά. Ένα έργο καθαρό σαν ιδιωτική κλινική σε επιθεώρηση του Δ.Σ. της. Το αγριεμένο πολιτικά ’60, οι καταχρήσεις, οι πρώτες εγκυμοσύνες στα 12 και τα 14, οι κακουχίες, ο απίθανος πατέρας και οι βιαιοπραγούντες σύντροφοι, όλα τους είναι απλώς πιόνια μιας οριακά χειριστικής λογικής που ξέρεις ότι με μια αποσιώπηση, μια παραποίηση κι έναν βρυχηθμό (έξοχα η Χάντσον τελειώνει τον Τεντ Γουάιτ του στέρεου Γουέιανς) όλα θα φτάσουν αισίως στο θείας αναλήψεως φινάλε.

Κάποιος θα πει ότι κοτζάμ Αρίθα δεν δικαιούται την μεταχείριση μιας κάποιας Λισλ Τόμι – σκηνοθέτιδας αποκλειστικά τηλεοπτικής περιωπής που κάνει εδώ το ντεμπούτο της στο σινεμά – ή μιας Τρέισι Σκοτ Γουίλσον, θεατρικής συγγραφέως επίσης με πρώτο credit εδώ για το κινηματογραφικό μεγάλο μήκος και πλάτος. (Στην ιστορία υπάρχει και το όνομα της Κάλι Κούρι, οσκαρούχου του «Θέλμα και Λουίζ», που 30 χρόνια τώρα δείτε στο imdb τα credits της). Θα έχει δίκιο. Ακόμα περισσότερο γιατί η Τζένιφερ Χάντσον δίνει ό,τι έχει και δεν έχει τόσο ερμηνευτικά, που οικοδομεί άριστα την επιφύλαξη και ορμητικά την ελευθέρωση, όσο και φωνητικά, αναπλάθοντας μια μη αναπλάσιμου φωνητικού βεληνεκούς καλλιτέχνιδα. Όμως αυτό έχουμε, αυτό εμπιστευόμαστε και η αλήθεια είναι ότι και οι ιδιωτικές κλινικές μπορούν να είναι άψογες στην λειτουργική αλφαβήτα τους.

Έτσι, στο πλαίσιο πάντα του ανέφελου biopic, παίρνεις ένα δράμα γυναικείας χειραφέτησης, στο οποίο υπάρχουν δυο-τρεις πολύ καλές σκηνές (η μία ευτυχώς ανήκει στο τραγούδι του τίτλου – και είναι σεναριακά και σκηνοθετικά απόλυτα συγκροτημένη, η άλλη περιλαμβάνει έναν άψογο κινηματογραφικό ορισμό του mansplaining) και μια ταινία που καταφέρνει με μέτρο και δόσιμο να παντρέψει τον αγώνα των Μαύρων, το τέλος της πατριαρχίας και το βαθύ θρησκευτικό αίσθημα, που ίσως τελικά και να καπελώνει πάντως το έργο στο Βαπτιστικό του θείο φως.

Υπάρχουν ιστορικές ανακρίβειες, παραλείψεις και λάθη ολίγον δύσπεπτα, θετικοί ανδρικοί χαρακτήρες πρακτικά απόντες, αδικείται αρκετά ας πούμε ο Τζέρι Γουέξλερ της Atlantic Records, και ένα ακραίο στιλιζάρισμα φίλτρων και φωτός παντελώς τηλε-πλατφορμικό (η σκηνή του γυρίσματος του Amazing Grace είναι υπόδειγμα ωραιοποίησης της εικόνας), όμως αν παραδοθείς από την αρχή στην μουσική παλίρροια και στην τιμιότητα να μην αποδυναμώνονται οι δραματικές σκηνές (στο γυαλιστερό τους πλαίσιο), θα θαυμάσεις την τελική κατασκευή για την αρτιότητά της, για την αγιογραφική, φεμινιστική και θρησκευτική της ακεραιότητα, για το χτίσιμο του λαβυρίνθου που έπρεπε αυτή η γυναίκα να αποδράσει ενώ ταυτόχρονα παρήγαγε ακατάπαυστα θεμελιώδη μουσική περίπου ως την περίοδο που, εύστοχα, οριοθετεί το έργο. Πλην των αδυναμιών, που ίσως και να μην επιβαρύνουν τον σημερινό θεατή, αυτό είναι το ταβάνι που μπορεί να πιάσει μια παρόμοιας φιλοσοφίας κατασκευής ταινία.        


Respect
Respect
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]