Mafia Mamma
Η κωμωδία περνά την χείριστη περίοδό της από αρχής του κινηματογράφου. Η αιτία φαντάζει απλή. Εν μέσω μιας κυρίαρχης κουλτούρας – στα media, όχι στην κοινωνία (εν μέρει δυστυχές αυτό) – που στα αρνητικά της έχει αναβαπτίσει τα πάντα ως ευπρόσβλητα, τόσο ο λόγος όσο και το στιλ πρέπει να ανασυνταχθούν και να προσδιορίσουν εκ νέου τι είναι κωμικό.
Αν και αναπόφευκτα σε ένα σύντομο σημείωμα κάποια πράγματα θα φανούν αφοριστικά, μπορούμε να πούμε ότι αφού το σλάπστικ «γέρασε», η μούτα ξεπεράστηκε, η σάτιρα απαγορεύθηκε, η φάρσα χάθηκε, η σωματικότητα δεν είναι κι εύκολη και η κωμωδία καταστάσεων, που αντλεί από όλα τα παραπάνω, δεν ξέρει τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, δεν έμειναν και πολλά. Ο Ρόουαν Άτκινσον, οι Monty Python, ο Πίτερ Σέλερς, ο Τζέρι Λιούις, ο Τζιμ Κάρεϊ, ο Μπεν Στίλερ (για να αναφερθούν κάποια πρότυπα) έχουν υπάρξει, ίσως εμπνέουν, αλλά στην πράξη it takes two to tango. Όπερ σημαίνει ο κωμικός μπορεί να βάζει την ιδιοφυΐα του, αλλά χρειάζεται κι ένα κοινό που θα τον καταλάβει, που είναι πρόθυμο και ικανό να γελάσει. Με άλλα λόγια η κωμωδία, όπως και ο τρόμος, το άλλο στοιχειώδες του σινεμά, υπάρχουν όταν το κοινό τους είναι έτοιμο να αντιδράσει, ώστε κοντά στην (εδώ κωμική) δράση να υπάρξει μια συνθετική λύτρωση. Αν δεν μπορούμε να γελάμε, ίσως γιατί όλα έχουν γίνει πολύ σοβαρά, ίσως γιατί είμαστε αγιάτρευτα εγωπαθείς, η βιομηχανία θα λησμονήσει την τέχνη του να είναι κανείς αστείος. Και θα πάψει και να δίνει βήμα σε αυτούς που είναι γεννημένοι γελωτοποιοί. (Θα τους αντικαταστήσει με late night παρουσιαστές-κομπέρ – θα κάνει δηλαδή το κωμικό συγκυριακό, αφαιρώντας του το αφηγηματικό περίβλημα.)
Απόρροια του σκουριάσματος και της φοβίας, είναι η επιστροφή στις ιστορικά πιο κοινές οδούς της κωμωδίας. Η υπερβολή, η υστερία, η χοντροκοπιά της πιο απλοϊκής κατάστασης είναι η πρώτη ύλη. Εδώ η ιστορία μιας μέσης συζύγου που προκύπτει Νονά στην Μαφία. Θεωρητικά υπάρχει ένα κωμικό δυναμικό, αν και η σύγκρουση του μέσου ανθρώπου με τον κόσμο των γκάνγκστερ εδώ, κάνει το «Ανάλυσέ Το» οξυδερκές παραλήρημα. Εκτός αυτού, μέσω και της κατάχρησης των αναφορών στο best seller «Eat, Pray, Love», η ταινία στήνει ένα σαχλό, λίαν υποτιμητικό, αφηγηματικό πλαίσιο θηλυκής ενδυνάμωσης. Ταινίες με ατζέντα δεν είναι σχεδόν ποτέ καλές ταινίες.
Πάμε στα ειδικά χειρότερα: Η συμπαθής Τόνι Κολέτ υπερπαίζει κάθε σκηνή. Είναι πιο υπερκινητική και μορφαστική, αναλογικά, από τον Τζιμ Κάρεϊ στη «Μάσκα». Και είναι και εκνευριστική έτσι όπως θέλει να κλέβει κάθε σκηνή – ακόμα και από την νηφάλια Μπελούτσι, που μένει εύστοχα χαμηλά παρότι το εύρημα του λεσβιασμού της μένει εντελώς αναξιοποίητο. Δεν υπάρχει ούτε ένα καλό λεκτικό αστείο. Η χρήση της μουσικής κάνει τα κλισέ πρωτότυπα. Υπάρχουν καταστάσεις που θα μπορούσαν να γεννήσουν κωμωδία (στα χέρια Ιταλών του ‘60, του ‘70), όμως όλες τους κυμαίνονται από τις στριγγλιές μέχρι το…splatter, το οποίο σε φέρνει και στην αμηχανία της κακά χρονισμένης κακόγουστης επιλογής.
Η Κάθριν Χάρντγουικ («Λυκόφως», «Thirteen», «Κοκκινοσκουφίτσα»), μάλλον ποτέ μια καλή σκηνοθέτιδα, δεν έχει κωμικό κοκαλάκι πάνω της και ξεχνά και τις σκηνογραφικές καταβολές της σε μια εντελώς αδιάφορη στιλιστικά ταινία. Δεν επιμένουμε στις στερεοτυπικές χοντράδες της παρουσίασης των Ιταλών και της Μαφία, δεν κολλάμε στο γκαγκ με τους «Νονούς» που δεν βγαίνει ποτέ αστείο. Σε κάποιες σκηνές διαισθάνεσαι ένα homage, μα είναι όλα τόσο πρόχειρα που αποκαρδιώνεσαι. Μένει μόνο το αστείο, ίσως, της επιλογής της οινοποιίας ως κλείσιμο ματιού στον δημιουργό του «Νονού». Γελάσαμε με την καρδιά μας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΠΑ, Ην.Βασίλειο, Ιταλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Κάθριν Χάρντγουικ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Ντέμπι Τζουν, Τζ. Μάικλ Φέλντμαν
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΜόνικα Μπελούτσι | Σοφία Νoμβέτι | Τόνι Κολέτ
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΠάτρικ Μουργκούια
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ101'
- ΔΙΑΝΟΜΗTanweer





