Όσο Είμαστε Νέοι
Ο Τζος και η Κορνήλια, παντρεμένοι, βολεμένοι και λιγάκι εγκλωβισμένοι στα mid 40’s τους, Νεοϋορκέζοι ντοκιμαντερίστες, βλέπουν τις ζωές τους να αναστατώνονται μετά τη γνωριμία τους με ένα ζευγάρι νεαρών χίπστερς που τους εμπνέουν και τους ωθούν να δραπετεύσουν από τη ρουτίνα.
Ο Νόα Μπάουμπαχ διαθέτει μεγάλο ταλέντο στην παρατήρηση σύγχρονων ανθρώπινων συμπεριφορών και την (μισο-ειρωνική, μισο-σοβαρή) καταγραφή τους. Με το «Δεσμοί Διαζυγίου» του 2005, ένα γλυκόπικρο δράμα για τα αδιέξοδα μιας οικογένειας μορφωμένων αμερικάνων, είδε πεντακάθαρα την ιλαρότητα, την βουβή απελπισία και το παράλογο, πίσω απ’ την φτιαχτή εικόνα των κοινωνικά καταξιωμένων. Στο προπέρσινο, εξαιρετικό «Frances Ha», αποθέωσε την ελαφρότητα και το μπρίο μιας ανένταχτης νεαρής γυναίκας που πηγαίνει στο πουθενά, χωρίς στόχους και προσδοκίες, απρόσβλητη σχεδόν απ’ την «αρρώστια» των πολλών (τον πόθο για επιτυχία), έτοιμη να εκπλαγεί με το καινούργιο που περιμένει σε κάθε στροφή. Με τη νέα του ταινία, νομίζεις αρχικά ότι θέλει να φέρει αυτούς τους δυο, ολότελα διαφορετικούς, κόσμους σε επαφή για να διασκεδάσει με τον τρόπο που αλληλεπιδρούν.
Πράγματι, αν εξαιρέσεις το γεγονός ότι το μεσήλικο ζευγάρι δεν έχει παιδιά, η διανοουμενίστικη σιγουριά –κι ο κορεσμός απ’ τα πάντα που τη συνοδεύει- του Τζος και της Κορνήλια, δεν διαφέρει ιδιαίτερα από την αντίστοιχη του Μπέρναρντ και της Τζόαν, του «Δεσμοί Διαζυγίου». Ο Τζέιμι και η Ντάρμπι, από την άλλη, οι αλαφροΐσκιωτοι εικοσιπεντάρηδες, είναι βγαλμένοι κατευθείαν μέσα από το σύμπαν της Φράνσις. Εκεί που νομίζεις, όμως, ότι στόχος του Μπάουμπαχ είναι να δείξει πώς ο συγχρωτισμός με το καινούργιο, τη ζωντάνια και το ανέμελο (ίσως και ανυποψίαστο) της νιότης, μπορεί να αναζωογονήσει κουρασμένες υπάρξεις, το έργο βαθαίνει και τα επίπεδά του πολλαπλασιάζονται. Το «Όσο είμαστε νέοι» δεν είναι μια ταινία για το ανίκητο των απανταχού υπέροχων losers, των εβρισκόμενων έξω από στεγανά και καλούπια, όπως ήταν το «Frances Ha». Μιλάει για τη θλιβερή ανάγκη ετεροπροσδιορισμού που δε γνωρίζει ηλικίες.
Κινούμενος μεταξύ Γούντι Άλεν και Νιλ ΛαΜπιούτ, άλλοτε τρυφερός με τους ήρωες του κι άλλοτε σκληρός απέναντι στην αφέλειά τους, ο Μπάουμπαχ σκηνοθετεί μια κυνική δραμεντί που παρά το «παιχνιδιάρικο» κλίμα και την ευχάριστη ατμόσφαιρα (η παρουσία του Μπεν Στίλερ συμβάλει καθοριστικά σ’ αυτό), κρύβει διαπιστώσεις διόλου αισιόδοξες. Όχι μόνο στηλιτεύοντας μια ανερμάτιστη νεότητα που, παρά τα φαινόμενα, δεν είναι ούτε στο ελάχιστο «αθώα» (έχοντας κατανοήσει από νωρίς τους νόμους του συστήματος) αλλά επικρίνοντας παράλληλα, την αστόχαστη επιπολαιότητα των κομφορμιστών σαραντάρηδων που αφού έχασαν το πάθος και την ορμή τους, ζητούν «θαυμαστές», κόλακες και μαθητευόμενους για να τους διδάξουν, τελικά, την απογοήτευση και μόνο.
Η τραγωδία δεν είναι που γερνάμε, λέει ο Μπάουμπαχ, είναι που δεν ήμασταν καθόλου προετοιμασμένοι γι’ αυτό, είναι που δεν ξέρουμε πώς να διαχειριστούμε την αποτυχία. Έτσι φθονούμε τους μικρότερους, τους κατηγορούμε όχι γιατί δεν έχουν όρια ή ηθική συγκρότηση (η σκηνή της «αποκάλυψης» λίγο πριν το φινάλε, είναι ένα μικρό αριστούργημα εμπαιγμού αυτής της υποκριτικά ιδεαλιστικής στάσης), αλλά μόνο και μόνο γιατί διαθέτουν ακόμα τη λαχτάρα να ζήσουν.
Προσπαθώντας να ισορροπήσει ανάμεσα στην ηθογραφική σάτιρα (η ταινία είναι και μια σκωπτική γκραβούρα της «ανάποδης» εποχής μας, με τους χίπστερς να λατρεύουν θρησκευτικά οτιδήποτε παλιό και παρωχημένο και τους μοντέρνους αστούς διψασμένους για τεχνολογικές καινοτομίες) και τον προβληματισμό πάνω στην έννοια της –κυριολεκτικής και μεταφορικής- φθοράς, το «Όσο είμαστε νέοι», σποραδικά, αποτυγχάνει στην προσπάθειά του να «βαρύνει» τονικά και να δώσει μια αίσθηση ήπιας μετάβασης σε λίγο πιο μελαγχολικές περιοχές. Δεν μπορείς να μη σκεφτείς ότι ο Γούντι Άλεν θα το έκανε καλύτερα αυτό το τελευταίο. Και πάλι, όμως, πρόκειται για μια έξυπνη, καλογραμμένη, αξιόλογη δουλειά από έναν σκηνοθέτη μάστορα στην απομυθοποίηση.





