Τριστάνα
Ασφαλώς, σε μια εποχή όπως η δική μας, η ομοφωνία της κριτικής πάνω στις ιερές αγελάδες της 7ης Τέχνης αντιμετωπίζεται ακόμα πιο καχύποπτα από την συνήθη αρνητικότητα. Ίσως είναι φυσιολογικό, ίσως επίσης πρέπει να αναμένεις τις μελλοντικές γενιές της κριτικής να απαλλάσσονται από αυτό που οι άπιστοι θεωρούν, ίσως, κάτι σαν τυφλό δέος απέναντι στους masters του σινεμά.
Δεν πρόκειται βέβαια περί δέους. Το δέος χρειάζεται – και απαιτείται, αν είσαι σοβαρός στη δουλειά σου – στην πρώτη προσέγγιση, εκεί που είναι απαραίτητο να έρθεις σε επαφή μ’ ένα «ανεπίκαιρο» έργο για να προσπαθήσεις προσηλωμένα να καταλάβεις (ίσως και να αμφισβητήσεις) τα αίτια μιας λεγόμενης ιερότητας. Από εκεί και μετά αναλαμβάνουν οι δικές σου προσλαμβάνουσες, το αισθητήριο που έχεις (ή όχι και τόσο) να αντιληφθείς γιατί ένας σκηνοθέτης, όπως ο Μπουνιουέλ επί παραδείγματι, χαίρει τέτοιας περίπου ακέραιης εκτίμησης παγκοσμίως.
Ως συνήθως (αλλά όχι και πάντα), το κλασικό έχει τις αναρτήσεις να αντέχει το οδόστρωμα κάθε εποχής, διαθέτει την πυκνότητα, το ειδικό βάρος και τις απαντήσεις να σου «εξηγεί» την θέση του. Στην «Τριστάνα», ένας Μπουνιουέλ κατά βάση ασυνόδευτος από το σουρεαλιστικό του χιουμοριστικό ακανθώδες (ίσως το μόνο «ελάττωμα» του έργου), παραδίδει με γονιδιακή ακρίβεια ένα έργο πάνω στα αγαπημένα του θέματα: Την τάση των ανδρών προς την αρχομανία, των γυναικών προς τον εκδικητικό σαδισμό, των πόλεμο των δύο φύλων, τον ασήμαντο έρωτα, το νευραλγικό σεξ, την γλοιώδη Εκκλησία. Τα ποτίζει με λίγο δηλητήριο ακόμα: Την πλήρη απιστία στην καλοήθεια της ανθρώπινης φύσης, την καταδίκη της στον συναισθηματικό ακρωτηριασμό.
Αυτό που δεν επιτρέπεται να αγνοήσεις είναι το πώς, σχεδόν 50 χρόνια πριν, ο Μπουνιουέλ προλέγει την σημερινή κριτική της πατριαρχίας
Μπορείς να καταγγείλεις τον υπέρμετρο, αν μια τέτοια λέξη είναι δικαιολογημένη κάποτε, φροϋδισμό. Μπορείς και να αποστασιοποιηθείς από την χολερική στάση. Δεν μπορείς όμως να αντισταθείς, λίγο να το αγαπάς το σινεμά, στην φιλμοκατασκευή. Στον απίστευτο, στακάτο ρυθμό που μετρονομεί πυκνά και χωρίς ίχνος λίπους τα επεισόδια. Ελάχιστοι σκηνοθέτες μπορούν να τρέξουν ένα σενάριο τόσο γρήγορα με τόσα λίγα, σε τόσο σύντομο χρόνο. Στο εκπληκτικό κάδρο, αλλά στο εκπληκτικότερο ντεκουπάζ που ξερά και «άχρωμα» σχολιάζει τόσα, τόσο.
Εδώ, όλα (εννοώντας το θεματικό κλειδί) είναι ένα πλάνο. Η (άριστου καστ, άριστης ερμηνείας) Ντενέβ ξεδιαλέγει δυο ρεβύθια, φαινομενικά όμοια μεταξύ τους. Λίγο πριν έχει εξηγήσει ότι «πάντα διαλέγει, ακόμα και μεταξύ πανομοιότυπων». Η ζωή θα της απαντήσει στην κοριτσίστική της ψευδαίσθηση ελευθερίας επιλογής. Και αυτό θα της βγάλει τον, κατά Μπουνιουέλ, πραγματικό της χαρακτήρα.
Οι άνθρωποι εκκρεμούν ανάμεσα στον σεξουαλικά παιγνιώδη γεροντισμό και την θηλυκή αθωότητα. Μετά, εξιχνιάζεται η γυναικεία δυνατότητα επιλογής έως ότου, με δική της συνυπευθυνότητα, μάθει πως ο Μανωλιός φοράει τα ρούχα του αλλιώς. Μετά, βλέπουμε πως η αγάπη γίνεται τελικά να συμβεί τόσο καθυστερημένα ώστε να ηττάται πανηγυρικά από την εκδίκηση. Ενδιάμεσα θα έχουμε διαπιστώσει πως ο φυσικός ακρωτηριασμός δεν είναι παρά ένα αχνό καθρέφτισμα μιας εσωτερικής συντριβής.
Καταπληκτικές σκηνές, το κεφάλι του (τέλειου, όπως πάντα) Φερνάντο Ρέι – γλωσσίδι μιας καμπάνας, το γύμνωμα στον κωφάλαλο υπηρέτη και βέβαια εκείνη η αξέχαστη σεκάνς που ο Ρέι τα πίνει με τους κληρικούς και στο βάθος η ανάπηρη Ντενέβ πηγαινοέρχεται στον διάδρομο. Ο μετρονόμος που λέγαμε πριν.
Ακόμα και τίποτα να μην σε συγκινήσει αυτό που δεν επιτρέπεται να αγνοήσεις είναι το πώς, σχεδόν 50 χρόνια πριν, ο Μπουνιουέλ προλέγει την σημερινή κριτική της πατριαρχίας και εκτινάσσεται προς μια εσωτερική κριτική της κριτικής που, δυστυχώς στην υπερσυντηρητική εποχή μας, θα χρειαστεί πολλά-πολλά χρόνια ακόμα για να φτάσουμε.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Λουίς Μπουνιουέλ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Λουίς Μπουνιουέλ, Χούλιο Αλεχάντρο
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΚατρίν Ντενέβ | Φερνάντο Ρέι | Φράνκο Νέρο
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΖοζέ Φ. Αγκουάγιο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ99'
- ΔΙΑΝΟΜΗBibliotheque





