Το Πάθος

Passion Simple

Μια 40χρονη διαζευγμένη μητέρα ενός παιδιού, ερωτεύεται παράφορα έναν νυμφευμένο Ρώσο που εργάζεται στην Πρεσβεία της χώρας του. Σπουδή στο σαρκικό πάθος, την ψυχική του εξάρτηση και το γυναικείο βλέμμα, με μια προσηλωμένη ερμηνεία από την Λετισιά Ντος κι ένα ωφέλιμα παγερό «παρών» από τον Σεργκέι Πολούνιν.

Υπάρχει μια σωρεία ταινιών πάνω στο σαρκικό πάθος, όχι όμως τόσες πολλές που να ορκίζονται στο πάθος καθαυτό και τον ψυχικό του εθισμό δίχως να αισθάνονται την ανάγκη να μολύνουν την δραματουργία με κανονικότητες (χαρακτήρες, περιβάλλον, πλοκή) που βοηθούν στην κατάποση του δύσκολου χαπιού: Ο ενθουσιασμός και η συνεπακόλουθη, κάποιες φορές, εμμονή, της ερωτικής επιθυμίας, είναι ασφαλώς δικαιώματα, όμως υποθάλπουν μια παθολογία και μια επίμονη μεταμόρφωση μας σε μονοδιάστατα όντα, ναρκομανώς αιτούμενα μιας δόσης που θα ικανοποιήσει την παθολογία μας αλλά δεν θα κάνει απολύτως τίποτε άλλο για την ολότητα που μας αποτελεί. Αναπόφευκτα η ερωτική εμμονή οδηγεί σε συναισθηματική αναπηρία, σε ακόμα πιο έντονα αγχώδεις υπάρξεις και, ελπιδοφόρα κάποτε, σε επιφοιτήσεις.

Αυτά ως μια γενική εισαγωγή, για μια ταινία που παρά τις επιμέρους αδυναμίες της, θα χτυπήσει πολύ ευαίσθητες χορδές σε ανθρώπους ανάλογων ροπών και προσωπικής ιστορίας. Από την άλλη, ένας αέρας «γαλλικότητας» θα συγκρατήσει το αποτέλεσμα από ζουλαφσκικές υστερικές εξάρσεις – άρα, για κάποιους θεατές, θα το προφυλάξει και από το βιωματικό μεγαλείο. Για άλλους, όπως για τον υπογράφοντα, η αποφυγή του ζουλαφσκισμού μπορεί να έχει και θετικές όψεις, αν και δεδομένα αναζητά κανείς μια ένταση που εδώ δεν είναι εφικτό (σκηνοθετικά και ερμηνευτικά) να υπάρξει.

Πέρα από το ερωτικό πάθος και τα προσωπικά βιογραφικά που καμουφλάρει – είναι έξοχη η επιλογή της δημιουργού να αποφύγει την πραγματολογία της καθημερινότητας για να δημιουργήσει τρισδιάστατους χαρακτήρες (τι μας νοιάζει το 3D όταν έχουμε να κάνουμε με το ισοπεδωτικό πάθος που καταργεί, έστω πρόσκαιρα, κάθε σωματική και πνευματική λειτουργία;) – η ταινία αρθρώνει μια υπόθεση γυναικείου βλέμματος που έχει ένα μεγάλο ενδιαφέρον.

Σε αυτήν, εκκινώντας νωρίς-νωρίς με μια κριτική άρνηση του «Χιροσίμα, Αγάπη μου», άρα με μια «διάψευση» του φεμινισμού της Μαργκερίτ Ντιράς και μια ρεαλιστική προσγείωση του νευρικού ανδρικού βλέμματος του Αλέν Ρενέ, η Ντανιέλ Αρμπίντ, βασισμένη στο βιβλίο της Ανί Ερνώ, γράφει μια ιστορία αλλιώτικη κατά την οποία ο φεμινισμός εννοείται ως ένα ιδιότροπο σεξουαλικό, σαρκικό δικαίωμα, που συνθέτει με τη σειρά του μια ιδιωματική προσωπική ιστορία συγκρουόμενη, πρωτίστως, με τις ανδρογενώς επίκτητες εννοήσεις επαγγελματικής θέσης και, κυριότερα, της μητρότητας καθαυτής. (Υπό την έννοια αυτή η ταινία προσθέτει μια φωνή δίπλα σε αυτή της «Χαμένης Κόρης» – για να μείνουμε σε πρόσφατα παραδείγματα).

Αν και ένας άνδρας δεν νοείται να επαγγέλλεται την ενστικτώδη κατανόηση του γυναικείου βλέμματος – είναι κίβδηλες τέτοιες φωνές, συχνά με νόθα, εγωκεντρικά κίνητρα – ως ευμενής παρατηρητής κανείς δεν μπορεί παρά να επαινέσει ένα δραματουργικό εγχείρημα που μπορεί να μην έχει το διαμέτρημα ενός Πολάνσκι, ενός Όσιμα ή ενός Τρυφώ (ή και ευρύτερα φεμινιστικά θα έλεγε κανείς μιας Σαντάλ Άκερμαν), έχει όμως ένα κύρος εντοπιότητας, αυθεντικότητας (στο κάτω-κάτω γυναίκες συνθέτουν το έργο) και ευθύτητας που κλονίζει και κεντρίζει: Άλλωστε το πάθος, πέρα από τις απαντήσεις που περιφρονεί στο διάβα του, είναι μια υπαρξιακή κατάσταση που λειτουργεί συνάμα πολλαπλασιαστικά και ασφυκτικά περιοριστικά. Και αυτά τα δύο η ταινία φαίνεται να τα γνωρίζει βιωματικά, άλλο που το πρώτο χάνεται στην κινηματογραφική μετάφραση – και το σενάριο αναγκάζεται να το βάλει εν τέλει σε λέξεις.

Εν κατακλείδι, μια εργατική, επιμελής δημιουργία, με προσηλωμένη κεντρική ερμηνεία από την Λετισιά Ντος και μία εύστοχα ρομποτική από τον σταρ του μπαλέτου, Σεργκέι Πολούνιν, αποφυγή εμπαθών φεμινιστικών/αντιπατριαρχικών κροτίδων που θα τρομάξουν τον καλοπροαίρετο θεατή, φίλια (αλλά εύκολη) δομική επιλογή περίφημων τραγουδιών που γεφυρώνουν συναισθηματικά ποτάμια, εκφραστικές (κατάλληλα εγκεφαλικά, όχι κοινότοπα αισθησιακά) σκηνές σεξ που εξυπηρετούν το νόημα και ένα ανοιχτόχρωμο – για αυτόν τον θεατή – φινάλε που επικυρώνει ότι κάποια πάθη, όσο λειψή είναι η ζωή που δεν τα περιέχει, άλλο τόσο αδύνατον είναι να υπάρξεις σαν άνθρωπος εξαρτώμενος από αυτά.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]