Στη Σκιά του Καραβάτζιο

L'ombra di Caravaggio
Η ζωή, το έργο και το τέλος του Μικελάντζελο Μερίζι, κατά κόσμον γνωστού ως Καραβάτζιο. Ο Μικέλε Πλάτσιντο, ένας εκ των σημαίνοντων σινεμανθρώπων της Ιταλίας του σήμερα, υπογράφει εδώ μια πολύ προσωπική του υπόθεση που απευθύνεται ταυτόχρονα και σε ένα μεγάλο κοινό. Δύσκολα θα το βρει, τουλάχιστον εκτός Ιταλίας, όμως η δημιουργία είναι αξιοσημείωτη.

Ο Καραβάτζιο είναι για πολλούς η αρχή της μοντέρνας ζωγραφικής και το σχετικώς παράδοξο είναι ότι η αρχή αυτή, αν συμφωνήσει κανείς, ήρθε στον 16ο αιώνα σε μια εποχή γνωστή επίσης για την αντιδραστικότητά της στις αρχές της Αναγέννησης και για την παρουσία της ρωμαϊκής εκδοχής της Ιεράς Εξέτασης. Οι «αιρετικοί» δεν καίγονταν με την συχότητα των μεσαιωνικών ετών, αλλά η επιβλητική λογοκρισία της Εκκλησίας ήταν δεδομένη.

Με την τελευταία τα έχει κατά κύριο λόγο ο Πλάτσιντο στην δημιουργία του, μια δημιουργία που λέγεται ότι τον καίει δεκαετίες τώρα. Καθώς δε πλάθει έναν Καραβάτζιο βαθύτατα πιστό, τόσο γνώστη των Ευαγγελίων που να τα ερμηνεύει κιόλας, το σχίσμα ανάμεσα στην λαϊκή πίστη (και την πίστη στον λαό – ο παλαιότερα εγγεγραμμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Πλάτσιντο δεν λησμονά τις αρχές του) και την εκκλησιαστική ερμηνεία του Λόγου του Θεού βαθαίνει. Και το έργο δονείται, ίσως υπέρ το δέον επεξηγηματικά, από την διαρκώς δηλούμενη απόσταση Πίστης και Εκκλησίας.

Υφολογικά, καθώς πρόκειται και για μια λίαν ευκατάστατη παραγωγή, έχουμε ένα αναπαραστατικό ντελίριο. Στην πρώτη μισή ώρα η πληθωρικότητα αγγίζει φελινικές διαστάσεις, δίχως ποτέ να συλλαμβάνει πάντως την εφευρετικότητα και το χιούμορ του Φελίνι. Εν συνεχεία η πληθωρικότητα παραμένει, αλλά κατά έναν τρόπο εγγυημένο από το παραγωγικό χρήμα παρά από την έμπνευση. Ο Πλάτσιντο, όχι ελεύθερα φιλοδοξίας, έχει αποφασίσει να σκηνογραφήσει και να φωτίσει όλο το έργο σαν εγκυμονούντα καμβά του Καραβάτζιο. Ωστόσο, το ημίφως και η κιαροσκούρο παρέλαση των καφεπράσινων, της ώχρας και της ορατής ή αόρατης «τεχνητής» φωτιστικής πηγής, είναι μια φωτογραφική αισθητική που γέννησε ο Γκόρντον Γουίλις στον «Νονό» 50 χρόνια πριν, την έχει καταχραστεί έκτοτε όλο το σινεμά, και σήμερα πια χρειάζεται κάτι παραπάνω για να αποφευχθεί η αίσθηση της μίμησης – και της κόπωσης του ματιού. Χρειάζεται αισθητικό βλέμμα. Που ο Πλάτσιντο, συνεκτικά, δεν διαθέτει.

Ως αισθητικό βλέμμα η ταινία θα χρειαζόταν την τόλμη ενός Τζάρμαν (αλλά όχι απομίμηση αυτής), ο οποίος έχει καταθέσει τον δικό του αξιοσημείωτο και αισθητικά ανώτερο «Καραβάτζιο». Θα χρειαζόταν να καταδείξει με περισσότερη φειδώ την θεματική του, ενώ και η α λα «Πολίτης Κέιν» λογική των φλασμπάκ ως αφηγηματικού μέσου σφυροκοπά δίχως σαφή (για αυτόν τον θεατή) ωφέλεια. Η γραμμική αφήγηση ίσως δεν θα του ήταν χρήσιμη για την τελική αναμέτρηση της Σκιάς (ένας διασκεδαστικά μονοκόμματος Γκαρέλ) με τον επαναστάτη ζωγράφο, αλλά καθώς τελικά και αυτή η αναμέτρηση δεν είναι κάποιο θαύμα έντασης, ενδέχεται η γραμμικότητα συνολικά να ήταν πιο επωφελής.

Επιπρόσθετα, καθώς επιλέγεται ο μοντερνισμός μιας διηγητικής σκηνογραφίας (οι χαρακτήρες ζουν σαν σε καμβά του ζωγράφου), κάποιοι θεατές ίσως ζητούσαν περισσότερη μοντερνιστική αφαίρεση, ίσως και μια λιγότερο διαλογική διατύπωση του δια ταύτα. Που καθώς κουβεντιάζεται διαρκώς και ευθέως δεν αφήνει και ένα παραθυράκι ανοιχτό να μπει το φως μιας διαλεκτικότητας ή ενός κάποιου αινίγματος – πράγματα που σε κάνουν να θέλεις να επισκεφθείς ξανά ένα έργο.

Έτσι τελικά το biopic ενός επαναστάτη καλλιτέχνη, ενός ριζοσπάστη της εικονογράφησης κι ενός εικονομάχου του στέρφου εκκλησιαστικού λόγου, καταλήγει κάπως ακαδημαϊκό. Ως τέτοιο είναι κατάλληλο για ένα κοινό που δεν θέλει να πολυσοκάρεται – η ταινία κυρίως μιλά για ασωτείες, δεν τις δείχνει. Τέλος, η κεντρική ερμηνεία του ικανού Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, αβοήθητη μάλλον σκηνοθετικά, εμφαίνει σε μια σαματατζίδικη εκδοχή ευψυχίας και επαναστατικής έκρηξης (κάπως σαν τον συνέχεια τσαντισμένο Μάικλ Γιορκ στον «Ιησού από τη Ναζαρέτ») με την κραιπάλη στη θέση της και οτιδήποτε θα ενέπνεε έργα σαν του κολοσσιαίου βιογραφούμενου απόν. Και δεν λέμε να είναι σαν τον Ανατόλι Σολονίτσιν στον «Αντρέι Ρουμπλιόφ», αλλά από τον Κερκ Ντάγκλας ως τον Έντ Χάρις και από τον Τίμοθι Σπολ ως την Σάλμα Χάγιεκ (εκ των οποίων κανείς δεν υποδύθηκε λεπτεπίλεπτο δανδή της τέχνης), υπήρχε έδαφος να περπατηθεί.

Μένουν η παραγωγική ποιότητα, ο φιλικός στο μεγάλο κοινό σβέλτος ρυθμός, τα εκ των πραγμάτων ενδιαφέροντα περιστατικά και η αίσθηση ότι ευχαριστιέσαι μια παλιομοδίτικη βιογραφία που σκαρώνει όσο μπορεί σκανδαλιές, πολιτικά ορθές νύξεις και ασφαλή τολμήματα χωρίς ποτέ της να σε εξαπατά.


Στη Σκιά του Καραβάτζιο
L'ombra di Caravaggio
Στη Σκιά του Καραβάτζιο L'ombra di Caravaggio
0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments