Σουπερνόβα

Supernova

Ο Σαμ και ο Τάσκερ είναι ένα ζευγάρι μεσήλικων στην διαδρομή ενός διπλού αποχαιρετισμού: Του ζεύγους ως ζεύγους σε συγγενείς και φίλους, αλλά και του ενός στον άλλον καθώς ο ένας από τους δύο βυθίζεται στην άνοια. Μια εκ βαθέων ταινία, υψηλής στόχευσης μα μετριοπαθούς αποτελέσματος, που έπρεπε να μην αρκεστεί στην εμφανή της πηγή συγκίνησης.

Μπορεί να φταίει που οι προσδοκίες ήταν μεγάλες. Στάνλεϊ Τούτσι και Κόλιν Φερθ είναι ιδιώνυμα ερμηνευτικού ενδιαφέροντος, με τον πρώτο ειδικά, για τον υπογράφοντα τουλάχιστον, να έχει 30 χρόνια τον μαγνήτη κάθε ταινίας που συμμετέχει, έτσι όπως υπολογίζει το μοναδικό του αλγέβρισμα υπόγειου σαρκασμού, τρελού ταμπεραμέντου και φυσιογνωμικής καλωσύνης. Μεγάλες προσδοκίες επίσης επειδή προσφάτως ψάχνεις με το τηλεσκόπιο (έχει ένα και η ταινία) ταινίες σχέσεων και ανθρώπων για ένα κοινό άνω της ηλικίας του κατώτατου επιτρεπομένου για κατανάλωση αλκοόλ. Μεγάλες προσδοκίες που γεννά ακόμα και ο τίτλος – «σουπερνόβα» είναι το αστέρι που εκρήγνυται πεθαίνοντας και αφήνοντας ένα υπέρλαμπρο ίχνος στο στερέωμα που εγκαταλείπει.

Προς χάρη της κριτικής δικαιοσύνης το «Supernova» είναι μια έντιμη, αφάνταστα ιδιωτική ταινία, επιμελώς κατασκευασμένη καλλιτεχνικά και ερμηνευμένη με λεπτομέρεια που θεμελιώνει και το ενδιαφέρον και την συγκίνηση των θεατών της. Δυστυχώς, για αυτόν τον θεατή, στα προαπαιτούμενα αυτά ολοκληρώνονται και τα καλά της. Όχι γιατί έχει ελαττώματα, αλλά γιατί δεν έχει παραπάνω αρετές.

Ένα σινεμά εγγλέζικης, χειροποίητης κοπής που ξέρει το κοινό του, το τιμά, ξέρει και τους ήρωές του (και τους αγαπά)

Ο Φερθ έχει όλο το βρετανικό, υπόκωφο ξέσπασμα, της ιερής του αγανάκτησης. Ο Τούτσι συλλαμβάνει, ειδικά στο πρώτο μισό, με εκπληκτικό τρόπο το άθροισμα έκπληξης και θλίψης στο βλέμμα του, το ψήγματα του μωρού στον ενήλικο- μόνο ο Χόπκινς στον «Πατέρα» πήγε και εκεί την γιγάντια ερμηνεία του πάνω στο ίδιο περιβάλλον. Ο σημαντικός Ντικ Πόουπ στην φωτογραφία ζέστανε με φθινοπωρινό φως επερχόμενου χειμώνα τις συνθέσεις του – αν και για άλλη μια φορά η νετφλιξίτιδα της ψηφιακής ελκυστικότητας κάθε μα κάθε πλάνου φαίνεται ότι θα ταλαιπωρήσει για καιρό το κυρίως ρεύμα του σινεμά μας. Όχι, δεν είναι απαραίτητο όλα να είναι καλοβαλμένα, καλοφωτισμένα και άπταιστα χρωματικής θελκτικότητας, σινεμά είναι, όχι συρραφή καρτ ποστάλ.

Η ευθύνη βαραίνει τον Χάρι ΜακΚουίν, την παράξενη περίπτωση ενός επί το πλείστον ηθοποιού ταινιών μικρού μήκους, που έχει ωστόσο σεναριακό/σκηνοθετικό παρελθόν με το «Hinterland» του 2014 – που ο υπογράφων αγνοεί. Διότι η in media res δραματουργία του, επικεντρωμένη αποκλειστικά καθώς είναι στο ζητούμενο της πλοκής (το δικαίωμα της αυτοκτονίας και η υποχρέωση της ζωής για τον σύντροφό σου), ειδικά έτσι στενότατα όπως τελικά υλοποιείται, δεν δικαιώνει ταινία μεγάλου μήκους. Χρειάζεται διεύρυνση/εμβάθυνση στη συζήτηση, όχι απαραίτητα με παράλληλες υποπλοκές, αλλά, έστω, με διάλογο βεληνεκούς και στοιχειώδη επεισοδιακότητα. Ως έχει, η ταινία χτίζει πρακτικά δύο μέρη, ένα στο σπίτι της αδελφής του Φερθ (όπου φωλιάζει και η supernova επεξηγηματική σεκάνς) και μία στο σπίτι που νοικιάζει το ζεύγος, εκ των οποίων αυτή που από-γοητεύει ειδικά είναι η δεύτερη, καθώς κάποιοι θεατές θα περίμεναν μια διαλογική δραματουργία άλλης τάξεως. Ειδικά δε αν σκεφτείς πως ο ένας χαρακτήρας είναι συγγραφέας και ο άλλος συνθέτης, περιμένεις λόγια και σκηνές άλλης απόσταξης. Ο ΜακΚουίν θυσιάζει (ή απλώς διαλέγει) τον ρεαλισμό (που δεν υπάρχει πάντως στο στυλιζάρισμά του – όλα συμβαίνουν με την ασφάλεια του «σκηνοθετημένου», ακόμα και το σπάσιμο μερικών πιατικών) αντί της φιλοσοφικής, υπαρξιακής και συναισθηματικής τόλμης. Δεν ζητάς τα αδύνατα (Μπέργκμαν), αλλά μια παραπάνω έμπνευση γραφής. Οι ηθοποιοί ήταν εκεί και έτοιμοι, η αίσθηση όμως ενός αυτοσχέδιου απουσιάζει εντελώς.

Επιλέγοντας με τα καλά, η ταινία θα συγκινήσει το διψασμένο για τέτοιο σινεμά κοινό. Ένα σινεμά εγγλέζικης, χειροποίητης κοπής, που ξέρει το κοινό του, το τιμά, ξέρει και τους ήρωές του (και τους αγαπά), επιδιώκει δε να τα βγάλει πέρα σε χαλεπούς καιρούς με ιστορίες ανθρώπων για ανθρώπους χωρίς την παραμικρή πρόθεση προθέματος «υπέρ» να μαστίσει το αποτέλεσμα. Άλλωστε και το υπεράνθρωπο χρειάζεται πάντα έναν άνθρωπο να φτάσει στο επίτευγμά του. Και η αντοχή μας στην απώλεια (μνήμης, συντρόφου ή/και φίλου και συγγενούς) είναι ένα τέτοιο επίτευγμα.


Σουπερνόβα
Supernova
Σουπερνόβα Supernova
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]