Ρεβέκκα

Rebecca

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ κάνει το ντεμπούτο του στις ΗΠΑ και η Δάφνη Ντι Μωριέ βρίσκει μια σημαντική, μολονότι όχι άριστη, μεταγραφή του διάσημου βιβλίου της. Κλασική θερινή απόλαυση, πάντως.

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ είχε ένα σύνολο από εξαιρετικά έργα στην περίοδο που βρισκόταν στην Αγγλία. Η τελευταία του μάλιστα ταινία εκεί, «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα», ήταν βασισμένη και αυτή, όπως και η «Ρεβέκκα», σ’ ένα βιβλίο της Δάφνης ντι Μωριέ, συγγραφέως που ο σκηνοθέτης επισκέφθηκε ξανά, στα «Πουλιά» του 1963. Mε άλλα λόγια η Ντι Μωριέ σημαδεύει τον Χίτσκοκ δίνοντάς του αφορμή για την τελευταία βρετανική, την πρώτη, διάσημη, αμερικανική μα και την τελευταία, αυθεντικά μεγάλη, του κανόνα του. Ο Ντέιβιντ Ο’ Σέλζνικ, ο μεγιστάνας παραγωγός που το 1939 ολοκλήρωνε το έπος του «Όσα Παίρνει ο Άνεμος», έργο που θα χαρακτήριζε την φήμη του και θα στιγμάτιζε τις μετέπειτα παραγωγές του, κάλεσε τον Χίτσκοκ για μια μεταφορά του τραγικού ναυαγίου του «Τιτανικού». Το σχέδιο όμως ναυάγησε (…) και ο Σέλζνικ ζήτησε από τον Χίτσκοκ την «Ρεβέκκα».

Η ταινία, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης και στην περίφημη συνέντευξή του στον Φρανσουά Τριφό, «δεν είναι ταινία Χίτσκοκ». Εν μέρει έχει δίκιο. Πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, με τη φήμη του υπερ-επεμβατικού Σέλζνικ και των ποταμιαίων υπομνημάτων του που επέβαλλαν στους σκηνοθέτες «του» από τα σκηνικά και τα κοστούμια, μέχρι την διεύθυνση των ηθοποιών και την τροπή του σεναρίου. Ωστόσο η «Ρεβέκκα», πέραν της αναπόφευκτης λόγω στούντιο και Χίτσκοκ πληρότητάς της, διέθετε πινελιές εδώ κι εκεί που χαρακτήριζαν το ως τότε έργο του σκηνοθέτη. Πινελιές που στην μετέπειτα πορεία θα αποκρυσταλλώνονταν στο αμίμητο στυλ του.

Η «Ρεβέκκα», πέρα και πάνω απ’ όλα, είναι από μια πλευρά ένα παραμύθι «Σταχτομπούτας», το οποίο σκοτεινιάζει δεόντως από τις παραμέτρους του ενοχικού παρελθόντος, του φαντάσματος μιας νεκρής γυναίκας που διαφεντεύει το παρόν δύο χαρακτήρων και φυσικά της κας Ντάνβερς, μιας από τις εξέχουσες φιγούρες «άλλων» γυναικών (συνηθέστερα μητέρων) στο σύμπαν του Χίτσκοκ.

Σε ένα γοτθικό παραμυθένιο σπίτι-ανάκτορο, το ορισμικό πια «Μάντερλι» της σινεφιλικής μας ζωής, με τεράστιους χώρους που εναλλάσσουν το φυσικό φως με το βαθύ (και συμβολικό) σκοτάδι, η νέα σύζυγος (Τζόαν Φοντέιν) του Μαξ ντε Γουίντερ (Λόρενς Ολίβιε) βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάντασμα της νεκρής πρώτης του συζύγου, η οποία δανείζει το όνομά της στον τίτλο του έργου, αλλά και με την κα Ντάνβερς, την οικονόμο του σπιτιού. Η τελευταία, με νοσηρή εμμονή που αγγίζει τον (ανείπωτο φυσικά στο έργο) λεσβιασμό για χάρη της τέως οικοδέσποινάς της, θα ξεκινήσει ένα ανελέητο παιχνίδι με το μυαλό της άβγαλτης νεαρής (η οποία συμβολικά δεν έχει δικό της όνομα, είναι απλά η κα ντε Γουίντερ) οδηγώντας την σε διαρκή ατοπήματα που ανελκύονται από την Ντάνβερς σε μέγιστα παραπτώματα και διαρκείς αντιπαραβολές με την ανώτερή της προκάτοχo.

Ο Χίτσκοκ στήνει ένα σύμπαν υπό το πρίσμα της Φοντέιν, δημιουργώντας ένα έξοχο σχήμα υποκειμενικότητας κι ελέγχει πλήρως τον θεατή έχοντάς τον διαρκώς στα παπούτσια της ηρωίδας. Μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα γοτθικής απειλής και υπό την δισυπόστατα ουδέτερη στάση του συζύγου (εξπέρ ο Ολίβιε στο παίξιμο αυτό), η πραγματικότητα διαθλάται και ό,τι βλέπουμε παύει να έχει καθαρή σχέση με το πραγματικό. Αντίθετα έχουμε μετακομίσει στον φοβικό κόσμο μιας gaslighted ηρωίδας, μιας ηρωίδας δηλαδή σκόπιμα πεπεισμένης για την ανεπάρκεια και την αδυναμία της να υπάρξει αυτόνομα. Έτσι η «Ρεβέκκα», ιδίως σήμερα, παίρνει μια επιπλέον ανάγνωση φεμινιστικού χαρακτήρα, που αφορά στην πορεία προς την χειραφέτηση μιας αρχικά αποδυναμωμένης γυναίκας. Την είχε ανέκαθεν βέβαια την ανάγνωση αυτή, σήμερα όμως ο πολιτισμός μας την εννοεί.

Με αγγίγματα όπως αυτά, συν το πλήρως χιτσκοκικό εύρημα του σκηνοθετικού χειρισμού της Ντάνβερς (αξέχαστη η Τζούντιθ Άντερσον) ως όντος που στην φαντασία της ηρωίδας τουλάχιστον δεν έρχεται ποτέ αλλά μοιάζει πάντα εκεί, η «Ρεβέκκα» ξεπερνά το μάλλον απογοητευτικό τελευταίο της τρίτο, κατά το οποίο η επεξηγηματικότητα, το ξεκαθάρισμα και το μελόδραμα αδικούν την ως τότε χαρακτηρολογία. Αλλά οι χιτσκοκικοί οπαδοί, έχουν κοτζάμ Σέλζνικ (και τέσσερεις σεναριογράφους!) να κατηγορήσουν γι’ αυτό.

Κι έτσι πάντως, η «Ρεβέκκα» έπιασε τις 11 υποψηφιότητες για Όσκαρ εκείνη τη χρονιά, πήρε την Ταινία και την Φωτογραφία, ο Χίτσκοκ όμως έχασε τη Σκηνοθεσία από τον Τζον Φορντ στα, ανώτερα, «Σταφύλια της Οργής». Το καλό όμως είχε γίνει: Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ είχε έρθει στο Χόλιγουντ και η περίοδος της τελειότητας είχε τροχοδρομηθεί.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]