Πορεία προς τη Ρώμη

Marcia su Roma
O Μαρκ Κάζινς επισκέπτεται εκ νέου το ομότιτλο γεγονός που οδήγησε στην εγκαθίδρυση του Φασισμού στην Ιταλία, συνθέτοντας κατά τον τρόπο του ένα ντοκιμαντέρ, όχι δίχως αδυναμίες, το οποίο πραγματεύεται ένα ζήτημα εξίσου επιτακτικό σήμερα όσο έναν αιώνα πριν.

Θεωρώντας δεδομένο ότι ο θεατής του ντοκιμαντέρ δεν διέπεται από ολοκληρωτικά ένστικτα και απολυταρχικές διαθέσεις αντιλήψεων βαθιά ριζωμένων σε σωβινιστικές πεποιθήσεις υπεροχής έναντι κάθε άλλου, δεν είναι δηλαδή ετυμολογικά θαμώνας του ιδεολογικού Φασισμού, η πρόθεση της ταινίας δεν είναι ένα σημείο να διαφωνήσει κανείς.

Βέβαια, στην σκέψη δεν χωρούν απόλυτα, ειδάλλως δεν υπάρχει συζήτηση. Ωστόσο, για να υπάρξει συζήτηση, οφείλεται να υπάρχει διάθεση συζήτησης, άρα κατανόησης, οπότε και έμπρακτης προσέγγισης του ενός με τον άλλον. Σε έναν κόσμο όπου η ιδέα της άποψης κατατροπώνεται ημερησίως από τις ύβρεις, έναν κόσμο που ο φασισμός, παρά την οργιώδη κατάχρηση της λέξης, είναι μια καθημερινή πρακτική, τα πράγματα περιπλέκονται και η ιδέα ότι μια τέτοια δημιουργία (προφανώς καλοπροαίρετη) μπορεί να μην είναι και αυτόματα τέλεια, είναι ακανθώδης.

Αποφεύγοντας παρόμοιους υφάλους, η δουλειά του Κάζινς έχει ένα βασικό ελάττωμα: Στην απόμακρη περίπτωση που θα την έβλεπε ένας θιασώτης του Μουσολίνι (και των παρομοίων του) δεν θα υπήρχε μάλλον η παραμικρή πιθανότητα να πειστεί, ή έστω να παροτρυνθεί να αναθεωρήσει, να ξανασκεφτεί τις απόψεις του. Κι αυτό διότι ο Κάζινς όχι απλά ασχολείται «περιορισμένα» με τις φρικαλέες συνέπειες του Φασισμού, αλλά περισσότερο γιατί λησμονεί πρωταρχικά πως ζει σε έναν κόσμο στον οποίον οι εραστές των φασιστικών καθεστώτων δεν αποτιμούν, ή δεν γνωρίζουν, τις συνθήκες γέννησης τέτοιων νοοτροπιών και –κυριότερα- διότι δυστυχέστατα βρισκόμαστε σε ένα σημείο που η ανθρώπινη ζωή δεν περιβάλλεται από την ιερότητα που θα θέλαμε να πιστεύουμε πως έχει. Πιο απλά, η καθημερινότητα, έκδηλα για όποιον έχει αυτιά, μάτια και συνείδηση, αποδεικνύει αδιάλειπτα πως οτιδήποτε δεν μας μοιάζει είναι εχθρός και μας εποφθαλμιά. Λαοί σκοτώνονται, γένη εξαφανίζονται, τάξεις κατατροπώνονται, φυλές εξολοθρεύονται, διάολε, ακόμα και τα παιδιά στα σχολεία και τους δρόμους μας αλληλοσκοτώνονται αδιακρίτως. Για κάποιους λόγους συμβαίνουν όλα αυτά. Κάπως η ανθρωπότητα από τη μια εκπολιτίζεται και μαθαίνει να συγχωρεί και να συμβιώνει, κάπως από την άλλη εκφυλίζεται προς μια όλο και πιο βαρβαρική, αλληλοεξολοθρευτική κατεύθυνση. Ξανά πιο απλά, κάποιος λόγος υπάρχει που θέλεις να πεθάνει αυτός που πιστεύεις – ή οδηγήθηκες να πιστεύεις – ότι σε απειλεί. Και η φαυλότητα κυριαρχεί.

Σε αυτούς τους λόγους ο Κάζινς δεν επιχειρεί καν να εντρυφήσει. Καλοπροαίρετα – ίσως και ακαδημαϊκά – θεωρεί ότι τα εκατομμύρια των νεκρών που προέκυψαν από την άνοδο του Φασισμού θα σοκάρουν θεατές που όλοι βλέπουμε πώς στις κουβέντες και στις πράξεις τους επιθυμούν και προωθούν ημερησίως την βιαιοπραγία και τον θάνατο των «άλλων». Ας μην νομισθεί πως γράφοντας αυτά δεν αισθάνομαι πως με προικίζει η ίδια αφέλεια που χαρακτηρίζει το ντοκιμαντέρ. Ωστόσο η ελπίδα θα χαθεί με την τελευταία λέξη περί αυτών που εκτιμούμε ότι πρέπει να αρθρώνονται. Κάπως έτσι πρέπει να σκέφτηκε και ο Κάζινς.

Έτερη αδυναμία της «Πορείας στη Ρώμη» είναι η περιορισμένη ιστορική και κοινωνιολογική προοπτική του ντοκιμαντέρ. Με εξαίρεση κάποιες σκόρπιες κουβέντες στο δεύτερο μισό της ταινίας ο Κάζινς δεν μιλά για το αυγό του φιδιού που εκκολάπτεται μέσα στην κοινωνία και οι νοσηρά ευφυείς κάποια στιγμή βρίσκονται «στη σωστή θέση στη σωστή στιγμή» σπάζοντας το τσόφλι. Η οπτική γωνία είναι αυτή της θεώρησης του Τέρατος, όχι της τεκμηρίωσης των γενεσιουργών αιτίων ύπαρξής του. Στα αρνητικά, εντελώς υποκειμενικά μιλώντας εδώ, η καθαυτή αφήγηση/κείμενο της δουλειάς, με την ιδιόμορφη φωνή του ίδιου του Ιρλανδού (που γνωρίσαμε και στο αξιοθαύμαστο ντοκιμαντέρ του για την «Οδύσσεια του Κινηματογράφου» – 2011): Για άλλους θα είναι υπνωτιστική, μαγνητική, προσωπικά την άκουσα ρητορική, στομφώδη, ρυθμικά κωματώδη.

Θετικά υπάρχουν; «Χρειάζονται;», θα ρωτήσει κάποιος. Αναφερόμενος κανείς στον πιο μαύρο τόμο της σύγχρονης Ιστορίας, ως θετικό καταγράφεται και μόνο το γεγονός της ύπαρξης του έργου. Σε αυτό ο Κάζινς προσθέτει μια δια του Κινηματογράφου τεκμηρίωση της εξαπάτησης που μηχανεύτηκε ένα εν τη γενέσει καθεστώς που κατάλαβε νωρίς το προπαγανδιστικό βάρος του σινεμά για την χειραγώγηση του κοινού αισθήματος. Τα πρώτα δύο από τα έξι κεφάλαια της «Πορείας προς στη Ρώμη» (αυτά που αποκαλύπτουν έναν ιστορικό μύθο) είναι το πιο δυνατό σημείο της σύλληψης των δημιουργών της. Κι ένα ακόμα, το βαρύτερο: Είναι μια ταινία να πάμε τα παιδιά μας. Με γονείς από δίπλα έτοιμους να απαντήσουν, να εξηγήσουν, να υπερθεματίσουν, πράγματα που αφελείς γαρ θεωρήσαμε αξιώματα (και είναι πια ανέκδοτα δημαγωγών) μπορούν να αποκτήσουν ξανά κάποτε την σημασία τους.


Πορεία προς τη Ρώμη
Marcia su Roma
Πορεία προς τη Ρώμη Marcia su Roma
0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments