Ο Τέταρτος Επιβάτης

El Quatro Pasajero

Ο Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια μεταμορφώνεται για τις ανάγκες μιας screwball ταινίας δρόμου, που εξισορροπεί (ενίοτε επιτυχημένα) χιούμορ, ρομάντζο και το χαρακτηριστικά πληθωρικό σκηνοθετικό στυλ του.

 

Ένας μεσόκοπος άντρας κάνει πρόβα το ραβασάκι που θέλει να απαγγείλει σε μια κοπέλα. Είναι η σταθερή του συνεπιβάτης σε ένα ταξίδι από το Μπιλμπάο ως τη Μαδρίτη, μιας επαναλαμβανόμενης δηλαδή διαδρομής που προέκυψε μέσω μιας carpooling εφαρμογής. Σ' αυτό το ταξίδι ο Χουλιάν είναι αποφασισμένος να εξομολογηθεί τον έρωτά του στην όμορφη και κατά 20 χρόνια νεότερή του Λορένα. Λογαριάζει όμως χωρίς τον τρίτο και τον τέταρτο επιβάτη.

Καθολικά καθιερωμένος στη συνείδηση του κοινού ως δημιουργός ταινιών είδους, ο Άλεξ ντε λα Ιγκλέσια αναχωρεί αποφασιστικά από το γνώριμο ύφος του και σκηνοθετεί ένα πεντάθυρο road movie με γυαλιστερό σασί, που στην καρδιά του αντί για γαλβανισμένη μηχανή έχει μια βέρα screwball κωμωδία. Όχι πως κι εδώ δεν αφήνει την κατάσταση να ξεφύγει για χάρη της υπερβολής που περιτυλίγει υπέροχα την μάχη των δύο φύλων…  Πρόκειται πάντως για μια ομολογουμένως αιφνιδιαστική αλλαγή κι οφείλουμε να σημειώσουμε την επιτυχημένη μεταμόρφωση ενός στυλ που πάντοτε βασιζόταν σε ένα σινεμά μεγαλύτερο απ' αυτό που μπορούσε να παράγει.

Ένα πεντάθυρο road movie με γυαλιστερό σασί, που στην καρδιά του αντί για γαλβανισμένη μηχανή έχει μια βέρα screwball κωμωδία

Καθότι από τη μία, ο ντε λα Ιγκλέσια είχε κατακτήσει από πολύ νωρίς τα βασικά. Ήταν και θα είναι ένας metteur en scène με shlocky δειγματολόγιο, είτε πρόκειται για ταινίες τρόμου δεύτερης διαλογής, είτε για στυλιζαρισμένες κωμικοτραγωδίες δράσης. Ή εσχάτως για μια κομεντί που τρέχει πανικόβλητη να ξεφύγει από τις καταστάσεις, όσο απ' τις πόρτες μπαινοβγαίνουν απολαυστικές καρικατούρες μιας λούμπεν πραγματικότητας.

Από την άλλη επιμένει σε ένα κόνσεπτ που κατάντησε μανιέρα πριν προλάβει να δικαιωθεί και θέλει τις ζωές αγνώστων να διασταυρώνονται και να ξετυλίγονται μέσα σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο πλαίσιο του προσωπικού του χωροχρόνου. «Ο Τέταρτος Επιβάτης», μια ταινία που παρά την αλλαγή ύφους φέρει ακέραια τη στυλιστική υπογραφή του, θα μπορούσε να είναι πιθανόν η πιο ακραία εκδοχή αυτής της ιδέας, αλλά κάπου στις απαραίτητες στάσεις που προβλέπουν τα 100 περίπου λεπτά της διαδρομής, ανοίγεται, απλώνεται και προσωρινά ξεθυμαίνει.

Υπάρχει ωστόσο ένα φινάλε όπου οι χώροι συρρικνώνονται, γίνονται ακόμη πιο μικροί κι από καμπίνα αυτοκινήτου. Κι αν υπήρξε ποτέ δικαίωση για τη μανιέρα του ντε λα Ιγκλέσια, βρίσκεται στην τελευταία πράξη του «Τέταρτου Επιβάτη» όπου ένα μποτιλιάρισμα έρχεται για να σώσει το σενάριο από τις αλλεπάλληλες επιτόπιες αναστροφές, θυμίζοντας στο λίγο που μπορεί τη γοητεία ενός καλοκουρδισμένου (αν κι όχι καλογραμμένου) screwball. Το ότι η ταινία κυκλοφορεί την ίδια μέρα με το «Bringing Up Baby» (απεταξάμεθα όλους τους ελληνικούς τίτλους), σίγουρα δεν το βοηθάει. Ακόμη κι έτσι όμως, από τη σύλληψη μέχρι την εκτέλεση αποτελεί μια ευχάριστη έκπληξη και μια παρασπονδία ολκής για ένα δημιουργό που όπως κι ο κλισέ ήρωάς του έπρεπε κάποια στιγμή να μάθει να είναι λιγότερο προβλέψιμος.  


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]