Ο Μικρός Αδερφός

Un Petit Frère

Από την Ακτή Ελεφαντοστού στη Γαλλία, μια νεαρή μητέρα με τους δύο γιους της δίνουν λαβή στην Λεονόρ Σεράιγ να διηγηθεί σε ένα χρονικό τόξο δύο δεκαετιών τρεις αλληλένδετες ιστορίες πάνω σε αυτά που δεν λησμονούμε ποτέ.

Το γεγονός ότι στο φεστιβαλικό περιβάλλον ευδοκιμούν σε τέτοια αφθονία οι ιστορίες ενηλικίωσης εξηγείται επιγραμματικά από τρεις παράγοντες: Τον «επαγγελματικό» ανθρωποκεντρισμό των φεστιβάλ, το γεγονός ότι συχνότατα φιλοξενούνται ντεμπούτα και δεύτερες ταινίες σκηνοθετών που θεωρούν αυθεντική πρώτη ύλη να μιλήσουν για τον εαυτό τους και, τρίτα και καλύτερα, από το ότι οι ιστορίες ενηλικίωσης αφορούν στην (συχνότερα) κυριότερη πλευρά του χαρακτήρα μας. Άμεσα ή έμμεσα οι ιστορίες ενηλικίωσης είναι το πιο βασικό μοτίβο στο σινεμά.

Η υπερπληθώρα όμως ταινιών ανάλογης θεματικής σπονδυλικής στήλης, δυσχεραίνει, θεωρητικά τουλάχιστον, υπογραφές κάποιου βεληνεκούς, δεδομένου ή εκκρεμούντος να αποδειχθεί, να διαφοροποιηθούν. Η αλήθεια είναι όμως ότι το καλό σινεμά, με την δυσκολοκατάκτητη απλότητα των βασικών του αρχών, ξεχωρίζει σαν τη μύγα μες το γάλα. Ακόμα κι αν δεν είναι κάτι εξαιρετικό, όπως η περίπτωσή μας εδώ, κερδίζει αμέσως τον ενδιαφερόμενο θεατή με την αρετή της στρωτής σεναριακής γραφής, της ψυχραιμίας που εστιάζει το έργο στα καίρια και της επίγνωσης όλων εκείνων των μεταξύ μας αποστάσεων που γεννά ο χρόνος και η συγκυρία και κάποτε κατακλύζουν τις σιωπές μας.

Μέσα από την ιστορία μια νεαρής μητέρας, της Ρόουζ, και των δύο της γιων, του Ζαν και του (μικρού αδελφού) Ερνέστ (διόλου τυχαίο το όνομα), η Σεράιγ αφηγείται έναν εκπατρισμό, έναν εγκλιματισμό σε μια νέα χώρα και μια ενηλικίωση. Και των τριών. Για τον εκπατρισμό θα μάθουμε μόνο ότι δεν πρέπει να ρωτάμε για τους λόγους του. Είναι μια εξαιρετική νύξη της ιστορίας. Κανείς δεν εκπατρίζεται για την πλάκα του. Και όταν φτάσεις «αλλού», το παρελθόν μπορεί να κρατήσει την ακάνθινη θέση του εντός αυτών που δεν μπορούν παρά να το κουβαλούν. Ο εγκλιματισμός, όσο απίστευτο κι αν φανεί για τα σημερινά δεδομένο ρητορικών που αψηφούν ότι η επανάληψη αναισθητοποιεί, δεν περιέχει ούτε μια αναφορά σε πατριαρχία, μετανάστευση και ρατσισμό – κι ας τα περιέχει και τα τρία έκδηλα, ένα πάντως υπερβολικά σε μια σκηνή που θα μπορούσε να απουσιάζει.

Η επιτυχία της Σεράιγ βρίσκεται όμως στην καθαυτή ενηλικίωση. Η οποία δεν συμβαίνει ποτέ με εκείνον τον ημερολογιακό τρόπο των μέτριων ταινιών, που χωρίζουν μια εξέλιξη σε επεισόδια και δομούν επεξηγηματικά αναλόγως. Εδώ η ενηλικίωση συμβαίνει σαν ένα φαινόμενο αόριστο και συνάμα σφραγιστικό, σαν μια «διαδικασία» που δεν κοιτάζει χρόνια και ρόλους, σαν ένα σετ συμβάντων που κανένα δάκρυ, καμμία οργή, ατυχώς ίσως ούτε καν μια υπομονετική, συγχωρετική σοφία μπορούν να αποτρέψουν. Μένει σε μας, ήρωες και θεατές, να αποδεχθούμε το γεγονός αναγνωρίζοντας ότι το παρόν, ο πιο παραμελημένος χρόνος των ανθρώπων που χάνονται σε νοσταλγίες παρελθόντος και σχεδιασμούς μέλλοντος, ζητά επιτακτικά να το ζήσεις.

Στην πορεία θα δούμε τα (ποτέ προβλεπόμενα) τόξα που διαγράφουν οι χαρακτήρες, θα διαβάσουμε την θλίψη της χαμένης νιότης, την δικαιολογημένη μα άδικη οργή που στέλνει αδιάβαστη την πιο μεγάλη υπόσχεση, την καθαρή αγάπη που πάντα αγκαλιάζει ανιδιοτελώς. Στα ενδιάμεσα καιροφυλακτούν ορισμένες εκλεκτές λεπτομέρειες να ανακαλύψετε, εκ των οποίων θα διαλέξω μια: Η στιγμή που το παιδί καταλαβαίνει την αφετηρία και την αντίφαση της γονικής συμβουλής, είναι η στιγμή που το χάσμα δυο γενιών πιστοποιείται και ταυτόχρονα η ώρα που, αναλόγως αισθημάτων και επιλογών του παιδιού, το χάσμα γεφυρώνεται.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]