Ο Καθεδρικός

The Cathedral
H ιστορία μιας οικογένειας, από τα τέλη του ’80 μέχρι τα μέσα του 2000, μέσα από τα μάτια του εσωστρεφούς γιου. Ιδιαίτερη, στιλάτη και εξαιρετικά minimal σινεφιλία που θα ικανοποιήσει το λιγοστό κοινό της.

Μια μικρή εισαγωγή ώστε να επιχειρείται που και που μια προσπάθεια γεφυρώματος της απόστασης κοινού/κριτικής – για όποιον ενδιαφέρεται, πάντα: Ταινίες όπως η παρούσα εγείρουν σταθερά μια απορία εκ μέρους των πρώτων για τους αστρολογικούς χαρακτηρισμούς των δεύτερων. (Παρένθεση: Για κάποιους από τους δεύτερους επίσης διατηρείται μια απορία για τους ομολόγους τους που αποτιμούν ανάλογες ταινίες ως «αριστουργήματα», όμως η συζήτηση μπορεί να κρατήσει εδώ ένα μέτρο στο περί πόσης αισθητικής μπορούμε να μιλήσουμε. Ας πούμε απλά, ωστόσο, ότι για κάποιους η ευρύτητα σκόπευσης του περιεχομένου μιας ταινίας δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την «βαθμολογία» της. Μια ταινία μεγάλη, έχει κάτι ανάλογα μεγάλο να πει. «Πόσο» μεγάλο είναι και ζήτημα ενός κειμένου να το αποδείξει.)

Πίσω στο θέμα μας. Η απορία άπτεται μιας κουβέντας αισθητικής. Όπερ σημαίνει, πώς συσχετίζεται ένα έργο στον κόσμο των έργων που εντάσσεται, ποιες λύσεις βρίσκει που το καθιστούν ιδιαίτερο (πρωτότυπο/μοναδικό είναι ουτοπίες, βασικά) και τι είναι αυτό στην φτιαξιά του που μπορεί να ασκήσει γοητεία στο (εν γνώσει του) ειδικό κοινό που απευθύνεται. Μια ταινία όπως αυτή, ξέρει ότι δεν είναι το «Avatar», ξέρει ότι δεν είναι καν μια κινηματογραφική μόδα, αλλά ούτε και ένα τυπικό αμερικανικό indie χαμηλών πτήσεων-υψηλών βλέψεων που χρησιμοποιεί έναν τρόπο παραγωγής ως πλατφόρμα ανάδειξης του δημιουργού του.

Τι είναι λοιπόν;

Θα μπορούσε να είναι η ιδιοφυής ταινία ενός τελειόφοιτου κινηματογραφικής σχολής. Δεν είναι, ο σκηνοθέτης της, Ρίκι Ντ’ Αμπρόουζ, κοντεύει τα 40, κι έχει πίσω του σωρεία μικρού μήκους ταινιών και μιας μεγάλου. Θα μπορούσε να είναι μια άσκηση ύφους, ένας τρόπος να γαλβανιστεί μια ροή κι ένα ταλέντο, προτού περάσει στην επόμενη φάση του. Για να το πει κανείς αυτό θα έπρεπε να συνυπολογίσει το ντεμπούτο του. Το «Notes on Appearance» (2018) είναι μια ταινία φτιαγμένη από τον ίδιο άνθρωπο. Το ίδιο ασκητική – ο προϋπολογισμός, όπως και στο παρόν, είναι μηδενικός – και, από μια πλευρά, ένα πρότυπο σκηνοθετικού/σεναριακού προσχεδιασμού. Δεν είναι άσκηση ύφους λοιπόν, το ύφος είναι αυτό, αποσταγμένο και πεντακάθαρο. Σε κάποιους θα φανεί απέραντα προσποιητό.

Μια μπρεχτική σουίτα μεγαλώματος σε ένα/μία σπίτι-οικογένεια-χώρα, όπου η Ιστορία συμβαίνει χωρίς σταματημό και η διήθησή της από τον δημιουργό την μεταρσιώνει, επίσης χωρίς σταματημό, σε κάτι άκαμπτα προσωπικό

«Ο Καθεδρικός» είναι μια ακραία μινιμαλιστική δημιουργία, που μπορεί να μην κατασκευάζει μισό σκηνικό αλλά είναι κατασκευασμένη εξονυχιστικά σε κάθε της δευτερόλεπτο σαν μονόλιθος ταινίας, και επιδιώκει να αποτελέσει ένα οπτικό, ιμπρεσιονιστικό ημερολόγιο αναμνήσεων μεγαλώματος ενός παιδιού σε μια τυπική – και τυπικά δυσλειτουργική, αν δεν τυγχάνεις το παιδί-θαύμα της τέλεια κι αιώνια αγαπημένης οικογένειας – πραγματικότητα γονιών-σογιών(sic)-συγγενών-μυστικών και ψεμάτων. Αυτό που δεν είναι καθόλου τυπικό, χωρίς να είναι ασύνηθες, είναι ο χαρακτήρας του παιδιού που πια έγινε κινηματογραφιστής. Εσωστρεφής, παρατηρητικός, ελάχιστα ομιλητικός, το υπόδειγμα ενός παιδιού που εξαναγκάζεται από τις συνθήκες να σμικρυνθεί στον αντικειμενικό χώρο αλλά να γιγαντωθεί εσωτερικά. Η παλίρροια των συναισθημάτων θα είναι σε ρανίδες, η άμπωτη όμως των εμπειριών που εκλαμβάνει (και εκλαμβάνει πολλά) θα είναι πλημμυριστική. Και το χιούμορ, όχι ως αστεϊσμός, ως αποστασιοποίηση, είναι εγχάρακτο.

Το σκηνοθετικό στιλ του Ντ’ Αμπρόουζ, όπως το βλέπω εγώ, θυμίζει κάτι ανάμεσα σε Γουές Άντερσον (χωρίς την φλυαρία και την εικαστική γυμναστική), Γουόλτ Στίλμαν (χωρίς την χιουμοριστική νεύρωση και την πολυλογία) και Σαντάλ Ακερμάν – η οποία ανήκει επίσημα και στις επιρροές του. Με τα αποκλειστικά στατικά του πλάνα, σχεδόν ποτέ γκρο, σχεδόν ποτέ μακρινά, μεσαίο γενικό ασφαλώς και ωραία, το χαρακτηριστικά απαθές, πληροφοριακό voice over, το εξαιρετικά προσεγμένο mise en scene έμφυτων ελλείψεων, το οποίο διέπεται διαρκώς από μια εμμονή με το φως και το μέτρο (αμφότερα μας τα αποκαλύπτει εμμέσως ο ίδιος στην ταινία), το έργο προκύπτει σαν μια μπρεχτική σουίτα μεγαλώματος σε ένα/μία σπίτι-οικογένεια-χώρα όπου η Ιστορία συμβαίνει χωρίς σταματημό και η διήθησή της από τον δημιουργό την μεταρσιώνει, επίσης χωρίς σταματημό, σε κάτι άκαμπτα προσωπικό. Η αυστηρότητα αυτή είναι μια πράξη πολιτική, για άλλον μια πράξη πολιτικής απάθειας, που κατά βάση αποκαλύπτει την τέχνη σαν μοναδική διέξοδο του ανθρώπου από την μέγγενη της άπονης, άφιλης, τελικά άνυδρης πραγματικότητας. Το αντιδραματικό στιλ του Ντ’ Αμπρόουζ, πολύ πιθανά, δεν είναι επιλογή, αλλά νομοτέλεια.

Αυτά, για κάποιους, είναι υλικό μεγάλης ταινίας. Θα μας πουν τους λόγους και θα τους διαβάσουμε με ενδιαφέρον – άλλωστε πολύ πιθανό πάντα να έχει διαφύγει μια ανάγνωση που απογειώνει το υλικό. Ως τότε, ένα τέτοιο έργο δεν μπορεί να διανοηθεί ότι κουβεντιάζεται ταυτόχρονα με μεγαθήρια της θεματολογίας. Μπορεί όμως να κομπάζει ότι το…αστρολογικό του μέγιστο, αναλογικά με τις φιλοδοξίες και τα επιτεύγματά του, δεν κινδύνευσε ποτέ.


Ο Καθεδρικός
2021
The Cathedral
Ο Καθεδρικός The Cathedral
0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments