Ο Επιθεωρητής Μαιγκρέ και το Μυστήριο της Νεκρής Κοπέλας

Ο Πατρίς Λεκόντ, ίσως ο πιο παραγνωρισμένος Γάλλος δημιουργός των τελευταίων 35 χρόνων, με ένα έργο που ποικίλει από το χονδροειδές και το αδιάφορο έως το λεπταίσθητο και το αριστοτεχνικό, έχει επικοινωνήσει ξανά με το έργο του Ζορζ Σιμενόν – 33 χρόνια πριν παρέδωσε έναν εξαιρετικό «Κύριο Ιρ», μόλις ένα βήμα πίσω από την τέλεια μεταφορά του Ζιλιέν Ντιβιβιέ («Panique», 1946). Η φετινή του δουλειά έρχεται μετά από ένα απογοητευτικά παρατεταμένο ντεφορμάρισμα, το οποίο για να ξεγελάσει κανείς πρέπει να ανατρέξει τουλάχιστον 16 χρόνια πριν («Ο Κολλητός μου») και για να τον βρει στα όρια της μεγάλης του εποχής (1989-2004) πρέπει να βρεθεί στο περιβάλλον του εκλεκτού «Εξομολογήσεις Πολύ Προσωπικές» με την Σαντρίν Μπονέρ και τον Φαμπρίς Λουκινί. Είθε τούτο να είναι η αρχή ενός ξέφωτου για τον 75άρη πια Λεκόντ, στοιχεία της φρεσκάδας και του χαρακτήρα του είναι παρόντα εδώ.
«Το Μυστήριο της Νεκρής Κοπέλας», ωστόσο, ανήκει πρώτα στην υπηρεσία του μεγάλου Βέλγου συγγραφέα κι έπειτα στην ιδανική επιλογή του μεγάλου Ντεπαρντιέ, του οποίου η ανάγνωση και, τραγικά, η παρουσία χαρίζει στο έργο ένα εκτόπισμα αρκετά μεγαλύτερο από όσο ένα βιαστικό μάτι βλέπει. Ο λόγος δεν είναι άλλος από τον βιωματικό: Ο γερασμένος Μαιγκρέ του, βαρύς, αγκομαχητός, αλλά με παρούσα την σκυλίσια επιμονή του χαρακτήρα του Σιμενόν να αποκαταστήσει στο μέρος που του αναλογεί μια ηθική τάξη πραγμάτων, προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του θανάτου μιας κοπέλας, ενός παιδιού που έχασε τον δρόμο του, όπως ακριβώς στην πραγματικότητα ο αδικοχαμένος γιος του ηθοποιού, Γκιγιόμ, 14 χρόνια πριν.
Ο Λεκόντ, πλην μιας αποπροσανατολιστικής του τάσης να «πειραματίζεται» με την εστίαση και την κίνηση της μηχανής σε κάποιες σκηνές, προστατεύει εντελώς (και σκόπιμα) τον Μαιγκρέ/Ντεπαρντιέ από ένα πρόσθετο άσθμα – άλλωστε, ταιριαστά, από την αρχή ο γιατρός ακρωτηριάζει τον Επιθεωρητή και από την περίφημη πίπα του. «Αισθάνομαι γυμνός», λέει ο Μαιγκρέ χωρίς αυτήν και το αίσθημα μεγαλώνει καθώς βυθίζεται με τον κλασικό του σιωπηλό τρόπο στην κατανόηση των συνθηκών του εγκλήματος. Η υποφωτισμένη φωτογραφία (του σπουδαίου Ιβ Ανζελό) και η κλασικά εύστοχη σκηνογραφική απεικόνιση της μεταπολεμικής παριζιάνικης συνοικίας, με έναν Λεκόντ στο στοιχείο του αναπαριστώντας το αστικό γαλλικό ’50, υποδεικνύουν την οικονομική σεμνότητα της παραγωγής, αλλά δεν φείδονται μιας ατμοσφαιρικότητας που παίρνει τα πρωτεία από την αστυνομική ένταση και θυμίζει, διόλου τηλεοπτικά, την περίπου άμεμπτη πρόσφατη τετραλογία με τον Ρόουαν Άτκινσον στον ρόλο του Επιθεωρητή.
Οι λάτρεις δεν θα έχουν παράπονο. Τούτος ο Μαιγκρέ δεν μοιάζει με κανέναν. Χωρίς την στόφα του αξεπέραστου Γκαμπέν, ασύγκριτος ερμηνευτικά με τους Ζαν Ρισάρ και Μπρούνο Κρεμέρ, που είναι οι περίφημοι «τηλεοπτικοί» Μαιγκρέ, ο Ντεπαρντιέ, στα 72 του, ανασαίνει δύσκολα, ανεβαίνει επίμονα κάθε σκαλοπάτι στο διάβα του, κινείται βαριά, ή στέκει σκυθρωπά ασφαλής στο κέλυφος της ηθικής του βεβαιότητας, ακούει υπομονετικά τους υπόπτους του, είναι ακλόνητα «ο καλύτερος φίλος του νεκρού του». Στο τέλος, σε μια θαυμάσια σινεφιλική νύξη, λίγα χαμένα καρέ ζωής αρκούν για να τον τυλίξουν στο μεσοχείμωνο που Σιμενόν και Λεκόντ ζωγράφισαν γι’ αυτόν. Είναι συνταρακτικός ο Ντεπαρντιέ εκεί.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Βέλγιο, Γαλλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Πατρίς Λεκόντ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Ζερόμ Τονέρ, Πατρίς Λεκόντ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΑν Λουαρέ | Ερβ Πιερ | Ζαντ Λαμπέστ | Ζεράρ Ντεπαρντιέ | Μελανί Μπερνιέ | Ορόρ Κλεμάν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΙβ Ανζελό
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ115'
- ΔΙΑΝΟΜΗSpentzos Films





