Οι Τρεις Σωματοφύλακες: Μιλαίδη

The Three Musketeers: Milady

Φροντισμένη παραγωγή, ιδεώδες κάστινγκ, Φρανσουά Σιβίλ εξαιρουμένου, μα η σοβαροφανής, δύσθυμη προσέγγιση, η ανερμάτιστη αφήγηση και μια κινηματογράφηση που καταργεί την βασική αρετή ενός swashbuckler, στερούν τη χαρά και τη ζωή από την επιστροφή των αγαπημένων ηρώων στη μεγάλη οθόνη.

Το swashbuckler υπήρξε κάποτε είδος λαοφιλές, έκανε θραύση στα ταμεία, στάθηκε και τροφοδότης μεγάλου μέρους του προγραμματισμού των σινεάκ στα μέρη μας, για να κινητοποιήσουμε συναισθήματα νοσταλγίας στους μεγαλύτερους. Tα swashbucklers, εν συντομία, είναι περιπέτειες με ξιφομάχους που πρεσβεύουν ηρωικά ιδανικά. Το είδος είναι μάλλον εμπορικά νεκρό, το τελευταίο εισπρακτικά επιτυχημένο, αμιγές swashbuckler ήταν η «Μάσκα του Ζορό» του Μάρτιν Κάμπελ – έχουν περάσει εικοσιπέντε χρόνια από τότε.

Η γαλική Pathe δαπάνησε το αστρονομικό ποσό των 72 εκατομμυρίων δολαρίων για να στήσει ένα υπερφιλόδοξο δίπτυχο, βασισμένο σε έναν από τους αρχετυπικούς λογοτεχνικούς εκπροσώπους του είδους, τους «Τρεις Σωματοφύλακες» του Αλεξάντρ Ντουμά. Η απόδοση του εγχειρήματος είναι μάλλον χλιαρή μέχρι στιγμής, το πρώτο μέρος με τον υπότιτλο «Ντ’Αρτανιάν» απέφερε γύρω στα 35 εκατομμύρια ευρώ παγκοσμίως, με το δεύτερο μέρος με υπότιτλο «Μιλαίδη» να κυκλοφορεί αυτή την περίοδο. Αυτά, ως προς το ενημερωτικό σκέλος. Επί του κινηματογραφικού, το δεύτερο μέρος φέρει τα ίδια προβλήματα με το πρώτο, αλλά σε αυξημένη ένταση, ενδεχομένως λόγω «διορθωτικών» κινήσεων, για να κατευναστεί το άγχος των παραγωγών.

Σε μια προσπάθεια επανασύστασης του μυθιστορήματος για ένα νεαρότερο κοινό, ο Μαρτάν Μπουρμπουλόν, υπεύθυνος και για μια άλλη, πολυδάπανη χαμένη ευκαιρία, το «Άιφελ», επέλεξε έναν δύσθυμο, σοβαροφανή τόνο, στραγγίζοντας από τα ανδραγαθήματα των Σωματοφυλάκων τη χαρά, την αφέλεια και την παιδικότητα ή έστω τον εφηβισμό, έτσι που «σοβαρέψαμε» εν έτει 2024. Η μουσική «χανσζιμερίζει» φορτικά, ενώ η αφήγηση απλώνεται σε έναν ευρύτερο καμβά, συγχέοντας την πολυπρόσωπη δράση με την επικότητα. Επιχειρείται και μια απόπειρα νολανίζοντος crosscutting, αλλά οι μεταβάσεις πραγματοποιούνται άνευ αιτιώδους συνάφειας, παραπέμποντας περισσότερο σε τηλεοπτική σειρά, παρά στον σφιχτοδεμένο, πυκνό και πεισματικά αιτιοκρατικό τρόπο του Νόλαν – εντελώς κυνικά η «Μιλαίδη» ξεκινά και με ένα μοντάζ που μας υπενθυμίζει τι συνέβη στο προηγούμενο επεισόδιο. Και έτσι όπως τρέχει η αφήγηση διαρκώς και όπως παλινδρομεί ανερμάτιστα, δεν βρίσκει ποτέ το momentum της και όσα δραματικά συμβαίνουν δεν έχουν ουδεμία δραματική βαρύτητα δυο σκηνές μετά.

Σαν να μην έφταναν τα παραπάνω, οι σκηνές ξιφασκίας, η βασική ατραξιόν ενός swashbuckler δηλαδή, κινηματογραφούνται με την κάμερα στο χέρι, κυρίως με μεσαία πλάνα, άντε με αμερικέν στην καλύτερη περίπτωση. Ο Μπουρμπουλόν φαντασιώνεται πώς πετυχαίνει εγγύτητα έτσι, μα τελικά η ανάδειξη της χορογραφίας της δράσης πηγαίνει περίπατο – για να το διατυπώσουμε πιο «καφενειακά», πού ακούστηκε swashbuckler όπου δεν βλέπουμε ποτέ τα πόδια των ξιφομάχων;

Και έτσι, δεν αποδίδει το ιδεώδες κάστινγκ της Έυα Γκριν στον ρόλο της Μιλαίδης και το εύστοχο των υπολοίπων, εξαιρουμένου του Φρανσουά Σιβίλ ως Ντ’Αρτανιάν, που φέρνει περισσότερο σε άνθρωπο της εποχής μας, παρά της εποχής του έργου. Τι μένει στο τέλος; Η σκηνογραφική μέριμνα και μια σκηνή αναγνώρισης ανάμεσα σε Μιλαίδη και Άθω, στην οποία Γκριν και Κασέλ πετυχαίνουν συγκινησιακό κρεσέντο που άρμοζε σε  καλύτερo έργο από τούτο. Άδικο και κρίμα.


Οι Τρεις Σωματοφύλακες: Μιλαίδη
The Three Musketeers: Milady
Οι Τρεις Σωματοφύλακες: Μιλαίδη The Three Musketeers: Milady
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]