Ντετέκτιβ Μάρλοου

Marlowe

O ιδιωτικός ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου δέχεται την επίσκεψη μιας γυναίκας που αναζητά τον εραστή της. Σύντομα η ιστορία περιπλέκεται πέραν πάσης σύντομης περιγραφής, ως οφείλει θεωρητικά ένα σωστό φιλμ νουάρ. Δυστυχώς όμως κανείς από τους εμπλεκόμενους δεν βρίσκεται στην απαιτούμενη φόρμα και η ταινία απομένει μοναχά ως συμπλήρωμα της φιλμογραφίας ενός αγαπημένου Νιλ Τζόρνταν σε, μάλλον, οριστική παρακμή.

Ξεκόβοντας το φιλμ νουάρ από την μεσοπολεμική λογοτεχνική ρίζα του και την κινηματογραφική ακμή του λίγο πριν τον 2ο ΠΠ και, τεντωμένα κάπως, σε όλη την δεκαετία του ’40, δεν παίρνεις πολλά περισσότερα από κάποιες εκλάμψεις στα μετέπειτα χρόνια που πάνω-κάτω όλοι οι ενδιαφερόμενοι γνωρίζουν – και δεν αποτελούν παρά νουάρ μιμήσεις. Κάποια, όχι πολλά, είναι καλές ταινίες, αλλά δεν εμπίπτουν στο είδος. (Εξαιρείται προφανώς η «Chinatown», του Πολάνσκι). Το αμερικανικό νουάρ, που έπεται του γαλλικού, το οποίο δεν θα μας απασχολήσει εδώ, είναι με απλά λόγια μια ταινία με φωτοσκιάσεις, σοβαρά μπλεγμένη ιστορία και έναν τύπο άνδρα (συνήθως ντετέκτιβ) και γυναίκας (συνήθως μοιραίας) που συμπληρώνουν το παζλ.

Ένα καλό κινηματογραφικό νουάρ, έξω από την ευλογία του ασπρόμαυρου φιλμ, χρειάζεται έναν συναισθηματικά ακρωτηριασμένο ήρωα (στο σύμπαν του Τσάντλερ, που έφτιαξε τον Μάρλοου, επίσης έναν ηθικό ήρωα), μια λαβωμένη γυναίκα, που θα διαδραματίσει οριστικό ρόλο, και μια ιστορία που θα καθρεφτίζει στο μπλέξιμό της την ασημαντότητα του γεγονότος μπροστά στην αμοραλιστική απώλεια του ανθρώπινου νοήματος. Ένα καλό νουάρ – και είναι πάμπολλα τα καλά νουάρ – έχει διάλογο βγαλμένο από ανθολογίες one liners, έχει μανιακή στιλιστική μέριμνα (και μανιακή αποδιάρθρωσή της, τελικά), έχει τέμπο να ρυθμίσεις το ρολόι σου, τόνο ντετερμινιστικό και επίγευση στυφή.

Όλα αυτά, με μεγάλη συντομία, είναι όσα ζητάς, κι επειδή είσαι λάτρης περιμένεις, από οτιδήποτε έχει την φιλοδοξία – και το θράσος – να χρησιμοποιεί τη λέξη «Μάρλοου» στο τίτλο του. Είναι επίσης όλα τους στοιχεία που απουσιάζουν από την μεταγραφή του Νιλ Τζόρνταν, που με την βοήθεια του πολύ Γουίλιαμ Μόναχαν (Όσκαρ Σεναρίου στον «Καταδότη» πριν πολλά-πολλά χρόνια), καταπιάστηκε με την διασκευή ενός βιβλίου που έγραψε ο φτασμένος Ιρλανδός συγγραφέας, Τζον Μπάνβιλ.

Ο Τζόρνταν δεν έχει χάσει το ιδιόκτητο, ενεργητικό, ρέον μοντάζ του, ούτε την σημασία στον διάλογο. Δεν έχει χάσει επίσης την ρυθμική αίσθηση, βασισμένη κυρίως στην παρουσία ενός λογικού σεναριακού βηματισμού. Ξέρει πάντα να παραδίδει ταινία, με τα βασικά στη θέση τους – κι αυτό σε μια εποχή ταινιών εντυπωσιασμού και οπτικής συνοχής για ανθρώπους με attention span περιστεριού είναι κάτι. Όμως το κάτι, παρότι προτιμότερο από το τίποτα, δεν είναι αρκετό. Αβοήθητος, κατά τα φαινόμενα, από τον Μόναχαν, ίσως και από την πρώτη ύλη, δεν γνωρίζω, δεν έχει πια ούτε κρούσματα φαντασίας, ούτε ένστικτο πρόκλησης, ούτε ένα κλείσιμο ματιού στον διάλογο (αδιανόητο για Ιρλανδό!), μήτε μια ατάκα, μια σεκάνς που να σου μένει, έστω, σκηνοθετικά.

Αυτά, σε συνδυασμό με μια αποκαρδιωτική φοβία για το σεξ, μια προσέγγιση του κεντρικού χαρακτήρα που συγχέει την υπαρξιακή κόπωση με την δημοσιοϋπαλληλικότητα (παρότι ο γερασμένος Νίσον έχει μια ανθρωπιά – αντάμα πάντως με ολίγη «Taken» τάση να δέρνει) και μια σειρά αναξιοποίητων (σε καδράρισμα και διάλογο) καλών ηθοποιών, είναι συνταγή νερόβραστη και η σινεφίλ γλώσσα θα μείνει με τους κάλυκές της ανικανοποίητους. Μόνο οι hardcore λάτρεις, αυτοί με αδυναμία στα χρώματα της ιρλανδικής σημαίας, θα συσχετίσουν βαθιά μέσα τους τις ιρλανδικές πινελιές (Τζόρνταν – Νίσον ξανά μαζί, παρουσία Ντάνι Χιούστον, γιος του Τζον με ό,τι αυτό συμπαρασύρει ιστορικά/κινηματογραφικά), ή θα αναλογιστούν ότι μια Τζέσικα Λαντζ, μόλις 40 χρόνια πριν, ισοπέδωνε σε μια από εκείνες τις νουάρ μεταγραφές που παρότι ελαττωματικές σου λείπουν επιτακτικά με το τέλος τούτου εδώ.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]