Μικρή μου Σολάνζ

Όλα ξεκινούν από την παραδοχή ότι η κριτική μιας ταινίας είναι υπόθεση πολύ προσωπική. Όπως ακριβώς και η θέασή της. Αν χρειάζεται να αντιδικήσουμε στο (και καλά) αιώνιο ερώτημα της αντικειμενικότητας το τρένο σφυρίζει τρεις φορές φεύγοντας κι εμείς δεν επιβαίνουμε σε αυτό. Το ότι τα αισθήματα και η κρίση για μια ταινία έγκεινται στα μάτια του θεατή τους, δεν αλλάζει βέβαια το γεγονός ότι ο κριτικός οφείλει να τεκμηριώσει την γνώμη του. Πέρα από συμφωνίες και αντιφωνίες αυτό κρίνεται – αλλά θα πρέπει να είναι σεβαστό.
Από την πρώτη σκηνή της ταινίας η Ροπέρ αποκαλύπτει αυτό που θέλει να κάνει. Το πιάνο και τα έγχορδα του Μπενζαμέν Εσραφό λατρεύουν τον Φιλίπ Σαρντ και δεν αφήνουν περιθώρια παρανόησης. Βρισκόμαστε σε γειτονιά μελοδράματος. Ακόμα περισσότερο είμαστε μάρτυρες της έναρξης μιας αναχρονιστικής ταινίας, για την ακρίβεια, ενώ κοιτάζεται στον καθρέφτη (η ταινία), μιας αχρονικής κινηματογραφικής σονάτας που αγαπά το σινεμά του ’60 και του ’70, λατρεύει φανερά τον Τριφό, μια σταλιά λιγότερο φανερά τον Κομεντσίνι και αφανέρωτα τις ατμόσφαιρες του Γκρανιέ-Ντεφέρ, του Σοτέ, αλλά και άλλων μιας κληρονομιάς της οποίας η υγεία μιας κινηματογραφίας (της γαλλικής) δεν επιτρέπει να περιφρονηθούν.
Έτσι λοιπόν από την αρχή πρέπει να ξέρει κανείς ότι οι αμύητοι στο σινεμά αυτό, οι από ατυχία ή σύμπτωση ανοίκειοι και, οπωσδήποτε, εκείνοι που τις παραπάνω αναφορές θα τις βρουν αποκαρδιωτικά εστέτ, όχι απλώς έχουν φύγει από το έργο αλλά και, δικαιολογημένα, κοιτάζονται μεταξύ τους (ή φτύνονται) για το ανεδαφικό που τους βρήκε. Δεν έχουν άδικο, τι φταίνε κι αυτοί. Αν είχαν υπομονή – γιατί κάποιοι ενδέχεται και να εξοργιστούν από το παλιομοδίτικο του πράγματος – θα είχαν επιχειρήματα: Η ταινία αλαφροπατά σε ένα σινεμά ερωτευμένο με την όψη του, που χαριτολογεί τις σκηνές του κάπως αέρινα κι αβάσιμα, που βασίζεται τόσο στην μουσική υπογράμμιση, που έχει σχεδόν πλήρη απουσία διαλογικής έντασης, που αμέριμνα αδιαφορεί για μια-δυο υποπλοκές της, ενώ ξέγνοιαστα λησμονεί ότι κάποιοι χαρακτήρες πρέπει να…μιλάνε – ή και να έχουν κάτι αξιόλογο να πουν όταν το κάνουν. Ω, είναι αληθινά εύκολο να θίγεις αδυναμίες.
Βέβαια, αν όλα αυτά έλειπαν, η ταινία θα ήταν άψογη και θα κοίταζε αγέρωχα τις ομόλογές της. Τι να κάνουμε όμως, να βαθμολογήσουμε (αυτή η φρικτή διαδικασία) προθέσεις; Ή, ακόμα χειρότερα, να αποφασίσουμε ένα απερίφραστο «εμένα μου άρεσε» και να το βάλουμε ξανά να παίζει;
Τίποτα εκ των δύο. Η «Μικρή μου Σολάνζ» είναι ένα καλοφτιαγμένο μελόδραμα με τους όρους της εποχής που αναπλάθει. Δεν είναι δηλαδή σαν τις μεταγραφές του Τοντ Χέινς στον Ντάγκλας Σερκ, δεν έχει την γκροτέσκ υπερένταση του Λούρμαν, δεν επιχειρεί δια της υπερβολής να επιβληθεί. Είναι ήρεμο, μελωδικό, αφαιρετικό, άφοβο στη συγκίνηση, στέκεται στα πόδια του. Είναι και λεπτό σαν το κλαράκι – ενσαρκωμένο πλήρως στην καταπληκτική Ζαντ Σπρινζέ που έχει την ταινία στα πόδια της – και η Ροπέρ πρέπει να αισθάνεται πολύ τυχερή για την Σολάνζ της.
Έχει επίσης μια πολύ βέβαιη και πολύ ευαίσθητη αποτύπωση ενός κόσμου, σκηνοθετικό το χάρισμα εδώ, αποκλειστικά κινηματογραφικού. Ενώ είμαστε στο σήμερα, τα ρούχα των παιδιών στο σχολείο, κάποιες περίεργες κομμώσεις, το φωτογραφικό χρώμα και η συνεργασία με την σκηνογραφία, η μουσική βέβαια, η αποφυγή τρόπων και ρυθμών που παραπέμπουν στη generation Z, ή η υποβάθμισή τους προκειμένου να βγει στην επιφάνεια μια ατμόσφαιρα ορισμένη στην μελαγχολία της και στη μοναξιά της ηρωίδας. Αν κανείς επρόκειτο να μπερδευτεί, μια κεντρική σκηνή απαγγέλει Βερλέν και μια άλλη παρακολουθεί μια εσπερινή περιπλάνηση που καταλήγει στην απόθεση ενός μαντηλιού στον Λίγηρα που τυλίγει την νυχτερινή Ναντ. Κι αυτό το τελευταίο, δίπλα σε μια σκηνή απέραντης εφηβικής μοναξιάς σε ένα καφέ, τεκμηριώνουν μια ποιητική διάθεση, μάλλον αλλοτινή, που απογειώνει το έργο.
Κι εν τέλει, αν θα έπρεπε και ως σύλληψη να υπερασπιστεί κανείς μια ταινία-διαζυγίου κι επιπτώσεων που είναι πιο αμέριμνη, ή λιγότερο οξεία απ’ όσο θα ήθελαν κάποιοι (δεν σπάει μια γροθιά έναν σοβά, δεν κλαίει ένα παιδί που έπεσε απ’ τις κούνιες – για να πιάσουμε δύο διαδεδομένα), η Ροπέρ αφήνει δύο αποκρίσεις. Η μία είναι ότι το έργο δεν γράφεται απλά στο βλέμμα μιας έφηβης, αλλά διαποτίζεται από την φυσική αμεριμνησία ενός παιδιού στο σκαλί πριν τις σκοτούρες της ενηλικίωσης. Και η άλλη είναι η σκηνή του φινάλε, μια σκηνή που επίσης ο επικριτής θα δει ως απαύγασμα αμηχανίας. Εκεί, ο τόνος παίρνει το όνομα ηρωίδας και τίτλου, εκεί τα λόγια ακολουθούν ειρμό και «ασυνέπεια» πραγματικής ζωής (αντί διεξοδικής χολιγουντιανής σεναριογραφής), εκεί νοιώθεις την ωριμότητα στην ερμηνεία και στο ύφος, αντί να την περιμένεις στον διάλογο.
Άλλωστε τα παιδιά δεν μιλούν περισπούδαστα. Άλλο που θέλει ειδική σπουδή για να καταλάβεις που φτάνουν οι αντηχήσεις μιας πληγής ώστε ένα παιδικό πρόσωπο να γίνει ενήλικο.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Γαλλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Αξέλ Ροπέρ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Αξέλ Ροπέρ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΓκρεγκουάρ Μοντανά | Ζαντ Σπρινζέ | Λεά Ντρικέ | Φιλίπ Κατρίν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣεμπαστιάν Μπουκμάν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ86'
- ΔΙΑΝΟΜΗWeird Wave





