Μητέρα, Πατρίδα

Matria

Λίγους μήνες μετά τη συμμετοχή της στο διεθνές διαγωνιστικό τμήμα των Νυχτών Πρεμιέρας, η «Μητέρα, Πατρίδα» επιστρέφει στις ελληνικές αίθουσες για να επιβεβαιώσει το στάτους σαν μια από τις φεστιβαλικές αποκαλύψεις της χρονιάς που πέρασε.

Η Ραμόνα είναι μια σκληρά εργαζόμενη, πάντα αγωνιζόμενη και περήφανη γυναίκα που ζει σε ένα ψαροχώρι της Γαλικίας, λεπτομέρεια σημαντική που αντικατοπτρίζεται και στον ελληνικό τίτλο της ταινίας. Το «Μητέρα, Πατρίδα» ενδεχομένως να υπερθεματίζει στο απλούστερο και κομψότερο «Matria», όπως ονομάζεται διεθνώς το εξαίσιο ντεμπούτο του Αλβάρο Γκάγκο. Εκτός όμως του ότι αποτελεί μια πιο σωστή μετάφραση, βάζει στο κάδρο τη Γαλικία σαν ένα κρυφό χαρακτήρα του φιλμ. Έναν χαρακτήρα που δεν κατονομάζεται, συνυπάρχει όμως ανταριασμένος, ακατέργαστός, παράλληλα και σε απόλυτη συνάφεια με την κεντρική ηρωίδα. Η Γαλικία υπήρξε (ή για κάποιους είναι ακόμα) η τελευταία μητριαρχική επαρχία της Ευρώπης. Αν θέλουμε να γενικεύσουμε όσα συμβαίνουν στον τυφώνα Ραμόνα, πρέπει να την κοιτάξουμε αρχικά σαν τοπικό φαινόμενο. Ένα προϊόν του ισπανικού Βορρά, λαξεμένο απ' τον Ατλαντικό, κατάλοιπο του μητριαρχικού μύθου σύμφωνα με τον σκηνοθέτη.

Η Ραμόνα λοιπόν, είναι μια γυναίκα που δουλεύει συνεχώς, προσπαθώντας να εξασφαλίσει μια καλύτερη ζωή για τη 18χρονη κόρη της, που ζει κι εργάζεται κάπου μακριά της. Το «Μητέρα, Πατρίδα» είναι ένα μετρήσιμο δείγμα λίγων ημερών από τη ζωή της. Κατά τη διάρκειά τους μια σειρά από γεγονότα με αποκορύφωμα την κόντρα με ένα από τα αφεντικά της, την κάνουν να αναθεωρήσει τις προτεραιότητές της και τη φέρνουν αντιμέτωπη με τις επιλογές που έχουν οδηγήσει τη ζωή της σ' αυτό το σημείο.

Η κοινή συνισταμένη στα όσα λέγονται για την ταινία αυτή εντοπίζεται στη διατρητική της ένταση

Όπως κι η πρωταγωνίστριά του, έτσι κι ο σκηνοθέτης δεν φοβάται την πολλή δουλειά. Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία δεν διεκδικεί δάφνες αφηγηματικής πρωτοτυπίας. Είναι ένα κοινωνικό δράμα στη γραμμή των Νταρντέν και του Λόουτς, που μοιράζεται ισόποσα μεταξύ δυναμικής προσωπογραφίας και κοινωνικού προβληματισμού. Ανήκει όμως σ' αυτή την σπάνια περίπτωση, πόσω μάλλον πρώτων ταινιών, που τίποτα πάνω της δεν μοιάζει λάθος, ενώ κάθε της λεπτομέρεια μοιάζει εξαντλητικά μελετημένη. Επίσης, έχει τυπωμένο σε κάθε καρέ του ό,τι θέλει να πει για ένα θέμα, έναν τόπο και μια γυναίκα που ο σκηνοθέτης φαίνεται να γνωρίζει καλά. Ο Γκάγκο καταλαβαίνει τα εγγενή όρια της ιστορίας του και δούλεψε χρόνια για να τα φτάσει, πλάθοντας παράλληλα έναν αξιομνημόνευτο χαρακτήρα που δεν θυματοποιείται κι αντιστέκεται σε μια απολύτως ορθή και ορθολογική φεμινιστική θέση.

Όσο για το στυλ του, αν υπάρχει μια κοινή συνισταμένη στα όσα λέγονται για την ταινία αυτή εντοπίζεται στη διατρητική της ένταση. Εικόνες και καταστάσεις που μέχρι ένα σημείο βιώνονται σαν ένα μόνιμο άγχος, λες και ο χρόνος της Ραμόνα τελειώνει. Γι' αυτό κι η ενδοσκόπηση δεν έρχεται σαν υπαρξιακή κρίση, αλλά σαν αντίδοτο. Σαν μια απαραίτητη παύση για την ίδια και μια πολύτιμη ανάσα για το θεατή, που δικαιώνεται στο φινάλε. Ο Γκάγκο έχει κάθε λόγο να πίνει νερό στο όνομα του φωτογράφου του, που κατάφερε να αιχμαλωτίσει με ζηλευτή ενέργεια τα επίγεια βάσανα της ηρωίδας. Τέλος έχει στη διάθεση του μια υπερηχητική ερμηνεία από τη Μαρία Βάσκεζ, η οποία καταφέρνει να μετουσιώσει όλα τα παραπάνω σε κάτι ανώτερο. Κάτι που μπορεί να επικοινωνήσει με χιούμορ και ακρίβεια κάθε διακριτό επίπεδο της «Μητέρας, Πατρίδας». Κάτι που δύναται να οδηγήσει τις εξαντλητικά δουλεμένες παραμέτρους σε ένα δράμα απολύτως αυθεντικό κι ειλικρινές.  


Μητέρα, Πατρίδα
2023
Matria
Μητέρα, Πατρίδα Matria
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]