Μαντάμ Μποβαρί
Μία καλομαθημένη νεαρή θα αναζητήσει σε έναν υποσχόμενο γάμο το διαβατήριο για την ευτυχία της, όταν όμως οι εξωπραγματικές προσδοκίες της δεν δικαιωθούν, θα αναζητήσει διέξοδο στα λούσα και τις αγκαλιές άλλων ανδρών. Ενοχλητικά μονοδιάστατη και άτολμη η προσέγγιση που επιφυλάσσει η Σοφί Μπαρτ στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Φλομπέρ, έρχεται να «δέσει» με την ατυχέστατη επιλογή της Ουασικόφσκα στον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Η καλοαναθρεμμένη Έμμα Μποβαρί (Μία Ουασικόφσκα) δέχεται χωρίς πολλή σκέψη να παντρευτεί τον γιατρό Σαρλ (Χένρι Λόιντ-Χιουζ), πιστεύοντας πως ο γάμος αυτός θα τη βοηθήσει να βρει την ευτυχία. Όταν όμως νιώσει εγκλωβισμένη από την πλήξη της επαρχιακής ζωής, αποφασίζει να παραδοθεί στα λούσα, αλλά και τις αγκαλιές άλλων ανδρών, με την ελπίδα κάποιος από αυτούς να πραγματώσει τα μεγαλεπήβολα όνειρά της.
Ακολουθώντας το παλαιότερο παράδειγμα του Βινσέντε Μινέλι (1949), αλλά και το σχετικά πρόσφατο του Κλοντ Σαμπρόλ (1991), η Σοφί Μπαρτ (σκηνοθέτιδα του «Cold Souls») αναμετριέται με το διάσημο μυθιστόρημα του Γκιστάβ Φλομπέρ, «Μαντάμ Μποβαρί». Η εκδοχή που μας προσφέρει δεν αποτυγχάνει στα εύκολα, που όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις περιλαμβάνουν κυρίως την φροντισμένη ανασύσταση ενός περιβάλλοντος μιας άλλης εποχής με τη βοήθεια του κατάλληλου βεστιάριου. Χάνει όμως κάθε λόγο ύπαρξης όταν δεν προσδίδει κάποιον υποτυπώδη έστω παλμό στο εγχείρημά της, τέτοιον που να «προδίδει» με κάποιον τρόπο στον θεατή την αναγκαιότητα τούτης της διασκευής.
Για παράδειγμα, καμία επινοητικότητα δεν προκύπτει ως προς τη σκιαγράφηση του ιδιόμορφου ψυχισμού μιας ηρωίδας που, αν μη τι άλλο, πέραν από την αυτοκαταστροφική της πτυχή, κρύβει μέσα της ψήγματα ενός πρώιμου φεμινισμού. Όμως τέτοιου είδους λεπτομέρειες σπανίως φροντίζονται από σκηνοθέτες που προτιμούν να ακολουθήσουν την πεπατημένη μιας τυπικά πιστής μεταφοράς (ασχέτως του αν το καταφέρνουν και αυτό), παρά να κοπιάσουν πάνω από μία δική τους, ανοιχτή σε παρεμβάσεις προσέγγιση του αρχικού υλικού, η οποία στην τελική να δικαιολογεί – ανεξαρτήτως αποτελέσματος – και το όλο εγχείρημα.
Η ευθύνη ωστόσο για την αστοχία της ταινίας επιμερίζεται στην ατυχέστατη επιλογή της Ουασικόφσκα για τον πρωταγωνιστικό, η οποία μπορεί να μην έχει πρόβλημα με τον παγερό οπορτουνισμό της ηρωίδας της, αδυνατεί ωστόσο να μετασχηματιστεί στην πλέον νευραλγική πτυχή του χαρακτήρα της: σε εκείνη την Έμμα που μετέρχεται καταστάσεις, στις οποίες τον πρώτο λόγο έχει ο ερωτικός πόθος (συμπεριλαμβανομένου αυτού της δίψας για εξουσία και κοινωνική ανέλιξη). Όσο για τους συμπρωταγωνιστές της (ανάμεσά τους ονόματα πρώτης γραμμής σαν τον Έζρα Μίλερ ή τον Πολ Τζιαμάτι), περιφέρονται χωρίς ποτέ να αλληλεπιδράσουν ουσιαστικά με το σύμπαν της ταινίας και ιδίως με την πορσελάνινη παρουσία της Ουασικόφσκα, η οποία μπορεί να εξέπληξε ευχάριστα στο υψηλών απαιτήσεων «Only Lovers Left Alive», εδώ όμως κλείνει για πρώτη φορά ένα τόσο σκληρό ραντεβού με τα ερμηνευτικά της όρια.





