Η Ρίζα του Κακού
Να μην φοβηθεί κανείς με την αναφορά στο σινεμά του δημιουργού. Ο 45χρονος Σεμπαστιάν Μαρνιέ έχει τόσο στιλ όση διάθεση για campy σχολιασμό, τόση συμπόρευση με την κυρίαρχη ιδεολογία όση διάθεση να της επιτεθεί. Ενδιαφέρεται να σχεδιάσει σινεμά υπογραφής (και έχει σημείο αναφοράς, τον Σαμπρόλ, ευτυχής όπου κι αν είναι), αλλά δεν ξεχνά να διακοσμεί και διαρκώς την ιστορία και την αφήγησή του με όσα ακριβώς χρειάζεται για να παρακολουθείς όλο περιέργεια το πρώτο επίπεδο της ιστορίας. Auteur με έγνοια για το κοινό του; Η πιο καλή συνταγή. Και δεν έχουμε πολλούς ανάλογους.
Η ταινία αποκαλύπτει την γοητεία της σε διπλό ταμπλώ: Το ένα είναι λοιπόν αυτό της σκηνοθετικής μαεστρίας, που υπερβαίνει κατά πολύ την κοινή επιδεξιότητα. Από το αρχικό α λα «Carrie» πλάνο και τις split και multi screen πινελιές, έως μια ορισμικά σκηνοθετική διάταξη στο σύνολο της ταινίας, από την πρώτη στιγμή αισθάνεσαι σε καλά χέρια. Ο Μαρνιέ ξέρει ακριβώς πώς να φωτογραφήσει, πώς να καδράρει, με τι φακό να αποτυπώσει, τι μουσική (και πότε) να προσθέσει. Έχει προσχεδιάσει πώς να περιηγηθεί, πώς να «σοκάρει», πώς να τα πει όλα με μια μονοπλανική επιλογή (δείτε τη σκηνή του ποδόλουτρου), πώς να μετουσιώσει μια σεναριακή ιδέα σε σκηνοθετικό εφαλτήριο πολλαπλών σημάνσεων (εδώ δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε).
Η εκμετάλλευση του σκηνικού, ενός μπαροκοκό (sic) συνονθυλεύματος ανάμεσα Λόουζι, Σαμπρόλ και μεσημεριανής σαπουνόπερας, φέρει κεντρικό ρόλο σχολιασμού αλλά και camp σκώμματος. Ταριχευμένα ζώα, αμφιέσεις-όνειρο (η Ντομινίκ Μπλαν μεγαλουργεί), βιντεοκασέτες, οργασμός αντικειμένων, συνωθούνται οργανωμένα και νοηματικά έμφορτα σε ένα ιδεώδες σινεμασκόπ που παρέχει τον απαραίτητο χώρο για να σκανάρεις και αυτό που θες και αυτό που χρειάζεται ο Μαρνιέ να προσέξεις. Ικανοποιούνται όλα. Και ιδίως ο απαιτητικός θεατής.
Η ερώτηση-παγίδα, και το δεύτερο ταμπλώ που σαρώνει η σκηνοθεσία, είναι περί της ρίζας του κακού. Μια κριτική προορισμένη να διαβαστεί πριν την θέαση της ταινίας δεν μπορεί να ενδώσει όμως στον πειρασμό. Άλλωστε το ακόμα πιο ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η ρίζα καθαυτή (η σχετικά πιο εύκολη ερώτηση, σχεδόν σε προκαλεί να την απαντήσεις αφοριστικά), αλλά η αεροστεγώς αινιγματική στάση του Μαρνιέ και της Φανί Μπουρντινό που υπογράφουν το ευφυώς διαλεκτικό σενάριο. Μια στάση που σίγουρα έχει κάτι να πει πάνω στην πατριαρχία, έτσι όπως είναι δομημένη η ιστορία γύρω από έναν άνδρα (ρίζα του κακού;), και σίγουρα έχει να σκανδαλίσει περί της παθητικά επιθετικής μητριαρχίας όλων των υπόλοιπων, αποκλειστικά γυναικείων, χαρακτήρων (άνθος του κακού; νάτος πάλι ο Σαμπρόλ).
Όταν το κάνεις τόσο καλά όσο οι δημιουργοί εδώ, όταν το ζαβολιάρικο πνεύμα και η σαρδόνια υπονόμευση χοροστατούν, τότε ίσως οι κακοί είναι και θύματα, οι καλοί ίσως και ανάξιοι θύτες. Η ταινία τότε ανακύπτει σαν ένα τεστ Rorschach, ένα επαμφοτερίζον σετ τρόπων και λόγων που καθρεφτίζουν τον θεατή τους. Το μπαλάκι της ενοχής αλλάζει χέρια συνεχώς, ανήκει σε όλα τους όμως, η συμπάθεια του θεατή πάει περίπατο (και τον κάνει διορατικότερο), οι χαρακτήρες ζητούν μια κατανόηση που ουδέποτε δικαιώνουν – αλλά τους αναλογεί. Μέσα από πράξεις και παραλείψεις, μυστικά και α(λ)ήθειες, παραδοχές και αποσιωπήσεις, το πλέγμα ενός κόσμου γεμάτου φοβισμένους και θυμωμένους ανθρώπους προκύπτει τρισδιάστατα εμπρός σου.
Στο τέλος, μετά από δύο φόνους «ανθολογίας» για την κριτική ανάλυση, ο Μαρνιέ κλείνει υποδειγματικά την ταξική/φυλετική/πολιτική παραβολή του, ισορροπώντας σατιρικά το μοραλιστικό happy end με την διάψευσή του. Κι ο θεατής έχει κάτι να συζητήσει εξαντλητικά και ο ελεύθερος άνθρωπος κάτι να διασκεδάσει ηδονικά δίχως ιδεολογικούς σπασμούς και κυρίαρχα πρέπει.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Γαλλία, Καναδάς
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Σεμπαστιάν Μαρνιέ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Σεμπαστιάν Μαρνιέ, Φανί Μπουρντινό
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΖακ Γουεμπέρ | Λορ Καλαμί | Ντομινίκ Μπλαν | Ντοριά Τιλιέ | Σουζάν Κλεμάν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΡομέν Καρκανάντ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ132'
- ΔΙΑΝΟΜΗWeird Wave





