Η Γιορτή της Μπαμπέτ

Βασισμένο σε διήγημα της Κάρεν Μπλίξεν, το έργο του ήδη βετεράνου τότε Γκάμπριελ Άξελ, είχε ανέκαθεν μια μυστική γοητεία που το κοινό της εποχής της καλώς γνωρίζει. Βέβαια, καθώς 35 ολόκληρα χρόνια μετά τίποτα δεν είναι ίδιο, πόσο μάλλον το κινηματογραφικό γούστο των έκτοτε γενεών, αυτή η «μυστικότητα» καλό είναι να οριστεί, όπως δύναται ο υπογράφων τουλάχιστον, διότι και τα πολλά ανεξήγητα, ιδίως αν δεν έχουν θεαματική εξήγηση, βλάπτουν τα εισιτήρια.
Η μυστικότητα του «Δείπνου της Μπαμπέτ» έγκειται σε κάτι που, αν το καθρέφτιζε κανείς λογοτεχνικά, θα μπορούσε να παραπέμψει σε κάποια διηγήματα του Παπαδιαμάντη ή του Τζέιμς Τζόις. (Συμπτωματικά, μια σχετικά συγγενική ταινία, το «The Dead» του Τζον Χιούστον, βασισμένο σε διήγημα του Ιρλανδού, βγήκε την ίδια χρονιά. Και εκείνη, όπως και τούτη, είναι μέρος μιας σειράς διηγημάτων και αμφότερες στήνονται γύρω από ένα δείπνο). Επειδή όμως αυτό ίσως δεν είναι και τόσο κατατοπιστικό, ας πούμε ότι η ατμόσφαιρα πατά πάνω σε έναν συγκερασμό καθημερινότητας και θρησκευτικής πίστης, ενώ εδώ (όπως άλλωστε και στον «Νεκρό») ενυπάρχει το παρελθόν στο παρόν.
Και ενώ άλλες ταινίες περηφανεύονται την παραδοσιακή δομή των τριών μερών τους, η ταινία του Άξελ, κάπως σαν εκείνες τις ιδιότυπες μουσικές δημιουργίες που απαντά κανείς στα μέσα και τέλη του 19ου αιώνα που διαδραματίζεται η ιστορία, χωρίζεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο υπάρχει καύσιμο περιγραφικό, ηθογραφικό, ατμοσφαιρικό και διόλου καύσιμο πλοκής. Αυτή παίρνει τη στροφή της λίγο μετά τη μέση, όταν και μαθαίνουμε ότι η Μπαμπέτ κέρδισε το λαχείο, που ήταν το μόνο πράγμα που την συνέδεε με την πατρίδα της και το Παρίσι. Τότε η πλοκή, πάντοτε με τον ίδιο ευλογημένα γαλήνιο (επίπεδο, θα πει ο αρνητής), παρατακτικό τρόπο, αρχίζει να σκάβει το έδαφος που τόση ώρα καλλιεργούσε και χωρίς την παραμικρή βιασύνη θερίζει τους καρπούς της. Και αφήνει και μια εξαίσια ολιγόλεπτη coda για να κλείσει εξίσου μουσικά αποκαλύπτοντας ποια ακόμα ήταν η σχέση της Μπαμπέτ με το Παρίσι. Και είναι αυτό ένα εκλεκτό twist σε θαυμαστή συνάφεια με το θέμα του έργου.
«Μπορεί άραγε μια σειρά από νικηφόρες πράξεις μιας ζωής να συνθέτουν τελικά μιαν ήττα;», διερωτάται ενδεικτικά ένας χαρακτήρας του έργου. Είναι ένα ερώτημα που σε βάζει στον πειρασμό να το θεωρήσεις πασπαρτού της ταινίας. Οι πιο ορθολογιστές ανάμεσά μας θα το αξιοποιήσουν – κι όχι άδικα. Ειδικά αν βάλουν λίγο νερό στο πολύτιμο κρασί τους, να σαν το Αμοντιλάδο της ταινίας, και το αρωματίσουν με την ώσμωση ύλης, αισθήσεων και πνεύματος που επιχειρείται μέσα από το διονυσιακό δείπνο της Μπαμπέτ, τότε, μέσα στον συνεσταλμένο αισθησιασμό του εκπληκτικού ντεκουπάζ της σκηνής του γεύματος, θα προκύψουν απαντήσεις που ουδόλως βρίσκονται μέσα στις λέξεις ενός κριτικού κειμένου.
Αντίθετα, εδώ είναι η χώρα του κινηματογράφου. Δια μέσω μιας πραότητας που αποπνέουν οι εικόνες, μιας αρραγούς τονικής συνοχής που αισθάνεσαι ενώ τα υλικά κάθε σκηνής δένουν σαν γεύσεις λουκούλλειων παρασκευών, και οπωσδήποτε χάρη σε μια στιλιζαρισμένη γλυκύτητα που βρίσκει ο ανενόχλητος από εντυπωσιασμό ρυθμός του Άξελ (μετουσιώνοντας αλα ‘80ς το σινεμά μιας κινηματογραφικής εποχής που εδώ σιγά-σιγά φτάνει στη δύση της), η χώρα αυτή αναδύεται σαν η μόνη που μπορεί να περιγράψει τόσο απτά, τόσο αισθαντικά και τόσο ρομαντικά τελικά, μιαν άλλη όψη των πραγμάτων. Μια όψη όπου, μυστικά και χαμηλόφωνα πάντα, η ζωή μας μπορεί να είναι ένα απάνθισμα στιγμών κι επιλογών που με την θεϊκή παρουσία (αλλά να βάλουμε κι εμείς ένα χεράκι) αποκτά δικαιολόγηση, εξήγηση, νόημα, κύρος και -τι άλλο;- γεύση.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Δανία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Γκάμπριελ Άξελ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Γκάμπριελ Άξελ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΓιαρλ Κούλε | Μπίμπι Άντερσον | Μπιργκότε Φέντερσπιελ | Μπόντιλ Κτζέρ | Στεφάν Οντράν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΧένινγκ Κρίστιανσεν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ103
- ΔΙΑΝΟΜΗBibliotheque





