Η Απαγωγή του Κου Heineken
Η πολύκροτη υπόθεση της απαγωγής του ζάμπλουτου κληρονόμου της ζυθοποιίας Heineken μεταφέρεται στο σινεμά με πρωταγωνιστές τους Άντονι Χόπκινς και Σαμ Γουόρθινγκτον. Οι προθέσεις για μία ρεαλιστική αφήγηση δεν κρύβουν την αδυναμία των δημιουργών της ταινίας να κεφαλαιοποιήσουν την υποσχόμενη δυναμική μιας αξιοπρόσεκτης αληθινής ιστορίας, προκειμένου να ξεφύγουν από τα όρια ενός τυπολατρικού crime movie.
Το 1983, μια παρέα Ολλανδών, παιδικών φίλων και φιλόδοξων επιχειρηματιών, αποφάσισαν να στραφούν άπαξ στο έγκλημα για να πιάσουν μία και καλή την… «καλή». Έτσι, οργάνωσαν διεξοδικά την απαγωγή του μεγιστάνα Φρέντι Χάινεκεν, κληρονόμου και διευθύνοντα συμβούλου της ομώνυμης αυτοκρατορίας της μπύρας.
Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Ντάνιελ Άλφρεντσον (σκηνοθέτη του δεύτερου και τρίτου μέρους της τριλογίας «Millennium») αναβιώνει μία πολύκροτη υπόθεση που στον καιρό της απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη. «Η Απαγωγή του κου Heineken» βασίζεται στο βιβλίο «The Heineken Case» του δημοσιογράφου Πίτερ Ρ. Ντε Βρις, ενός ανθρώπου που διαδραμάτισε ρόλο-κλειδί στα γεγονότα και που εδώ συνυπογράφει το σενάριο.
Αν διαβάσει κανείς σχετικά για αυτή την σχεδόν απίστευτη παρότι πέρα για πέρα αληθινή ιστορία και συνυπολογίσει τη συμμετοχή στην ταινία τόσο του Άντονι Χόπκινς στο ρόλο του κου Χάινεκεν, όσο και των Σαμ Γουόρθινγκτον («Avatar») Στιμ Στέρτζες («Cloud Atlas») Ράιαν Κουάντεν («True Blood») στους ρόλους των τριών εκ των πέντε απαγωγέων, δε θα είναι παράλογο να του προκύψουν προσδοκίες, τουλάχιστον στο επίπεδο που η μυθοπλασία θα αναλάβει να μεταδώσει μία αβανταδόρικη σε σασπένς υπόθεση απαγωγής. Με τη διαφορά πως το πραγματικά ενδιαφέρον γύρω από την ταινία του Άλφρεντσον αρχίζει και τελειώνει με το premise, που λένε και οι αγγλοσάξονες: πως δηλαδή πρόκειται για την απαγωγή του ενός ανθρώπου άρρηκτα συνδεδεμένου με μία από τις πλέον δημοφιλείς και αναγνωρίσιμες μάρκες μπύρας παγκοσμίως.
Από κει κι ύστερα, το λόγο στο φιλμ έχει η απαράβατη αρχή πως δεν υφίσταται τέλειο έγκλημα, ενώ οι δημιουργοί της «Απαγωγής του κου Heineken» εμφανίζονται αναποφάσιστοι ως προς ποιο δρόμο θα ακολουθήσουν. Για παράδειγμα, η ταινία δε φορά ποτέ τον μανδύα ενός καθαρόαιμου crime θρίλερ τύπου «The Town», παρά τις όποιες, φροντισμένες, α λα Γκρίνγκρας σκηνές καταδίωξης. Ούτε, βεβαίως αφήνει να ξεγλιστρήσει από τα χέρια της το πιθανό «χρυσάφι» που αφορά στα ρεβανσιστικά, ταξικά κίνητρα των απαγωγέων, οι δύο εκ των οποίων ήταν παιδιά πρώην υπαλλήλου της ζυθοποιίας που ο Φρέντι Χάινεκεν είχε απολύσει. Και φυσικά, τόσο η βιαστική μετάβαση των μελών της παρέας στην παρανομία, όσο και η επιδερμική παράθεση των μεταξύ τους δεσμών δε βοηθά στην περαιτέρω εμπλοκή με μία ιστορία που παρά την ειδησεογραφική της δυναμική, αδυνατεί να ξεφύγει από τα στάνταρ ενός τυπολατρικά αναπτυγμένου crime movie.





