Επαφή

Approach
Το ρεύμα πέφτει στην πρωτεύουσα και ο Τώνης Λυκουρέσης φτιάχνει πέντε ιστορίες-βινιέτες ανθρώπων κλεισμένων σε μικρούς χώρους -ασανσέρ και το τελεφερίκ του Λυκαβηττού- που εξ ανάγκης αλλά και ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας είναι αναγκασμένοι να προσεγγίσουν (εξού και το αγγλικό approach του τίτλου) και να καταλάβουν περισσότερο την ανθρώπινη κατάσταση.

Για πολλοστή φορά ο δρόμος προς τα συχνά ελληνικά κινηματογραφικά προβλήματα είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Κι όσο εύκολο αποδεικνύεται, για πολλοστή ξανά φορά, η κριτική θέση να είναι επικριτική (και ποικιλοτρόπως καθόλου ευχάριστη), άλλο τόσο «εύκολα» φαίνεται το ελληνικό σινεμά να διαλέγει δρόμους και διαδρομές που δεν θα συναπαντηθούν με αυτόν του καλύτερου σινεμά – αλλά και του φιλοθεάμονος κοινού.

Το θέμα είναι γιατί. Ο Στίβεν Νάιτ, που έκανε μια άθλια ταινία φέτος με το «Serenity», είχε βάλει στο «Locke» (2013) τον Τομ Χάρντι σ’ ένα αμάξι κι επί 90 λεπτά τον βλέπαμε να μιλάει στο τηλέφωνο. Και δεν μπορούσαμε να ξεκολλήσουμε τα μάτια μας από την οθόνη. Κι εδώ έχουμε πέντε ιστορίες κι είναι ζήτημα αν υπάρχουν 2-3 στιγμές (που ξέρεις γι’ αυτές…) να θυμάσαι. Γιατί;

Φταίνε οι ηθοποιοί; Όχι. Αν και σχεδόν πάντα υπάρχουν τα γνωστά προβλήματα φυσικότητας των Ελλήνων ηθοποιών (συχνά υποδαυλιζόμενα από θεατρικές αντί κινηματογραφικές ατάκες και διάλογο), εδώ τα προβλήματα δεν είναι εκεί. Αντίθετα ο Άκης Σακελλαρίου, ο Χρήστος Λούλης, η Νένα Μεντή όσο της επιτρέπεται από την ιστορία που της δίνεται και, λιγότερο ή περισσότερο, οι υπόλοιποι, σε βγάζουν σε ξέφωτο.

Φταίει το κείμενο; Φταίει γιατί βλέπεις την ιστορία του Αλβανού και του Ιρανού που είναι η πρώτη που σε πιάνει αλλά και η πρώτη που εξαντλείται μη πηγαίνοντας κάπου ή την ιστορία μιας συνταξιούχας που αποφασίζει να τα βροντήξει και να κάνει κάτι για τον εαυτό της και γρήγορα εκτρέπεται από την ωραία ειρωνεία στην νεοελληνική υπερβολή του θεατρίζοντος μονόπρακτου που βαλτώνει στην κινηματογραφική αναληθοφάνεια, και σε ζώνουν τα φίδια. Φταίει και που η ιστορία των δύο ερωτευμένων παιδιών δεν πάει πουθενά, όπως το βαγόνι τους, που εκείνη των «ρουβίκωνων» του διαδικτύου τρενάρει ασαφώς. Σώζεται εκείνη του τραυματιοφορέα που και τον Λούλη έχει να γεμίζει το κάδρο και αρχή, μέση και ωραίο τέλος έχει στο γράψιμό της.

Φταίει όμως συνολικά και πάνω απ’ όλα που δεν υπάρχει η κλιμάκωση, που οι ιστορίες δεν είναι γραμμένες κατάλληλα και η σκηνοθεσία δεν τις αντιμετωπίζει σαν κάτι παραπάνω από διαδοχές (τηλεοπτικών) μικρομηκάδικων. Όλες τους ενώνονται από το ηχοτοπίο τους και την διάχυτη αίσθηση μιας επικοινωνίας που απουσιάζει, μιας επικοινωνίας που επιβάλλεται και που με κάποιον (όποιον…) τρόπο στο τέλος θα πρέπει να οδηγήσει σ’ ένα κάποιο φως, μια επιφοίτηση κατανόησης του ανθρώπινου πεπερασμένου, «των βασικών μας των αρχών».

Κρίμα. Ένα πιο περίπλοκο, πιο μελετημένης ταχύτητας μοντάζ και ντεκουπάζ, μια πιο πλεχτή αντί παρατακτική αφήγηση – δεδομένο το σαφέστερο γράψιμο ή και η απαλοιφή μιας (τουλάχιστον) ιστορίας, δεν χρειάζεται να τελειώσεις με το νεαρό ζευγάρι στο ηλιόφως του Άη Γιώργη, υπάρχει κι άλλου τύπου ευχάριστη νότα – θα μιλούσαμε αλλιώς κι όλοι θα ήμασταν πιο ευχαριστημένοι.


0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments