Ελπίδα

«Μα μια ταινία δυσοίωνων προβλέψεων χριστουγεννιάτικα, σε αυτήν ειδικά την υγειονομική συγκυρία, ετεροχρονισμένη κιόλας από την περσινή της επικαιρότητα, στις γενικώς μαστιζόμενες αίθουσες και ζωές μας;», θα ρωτήσει εύλογα κάποιος. Η απάντηση, για όποιον την περιμένει αφ' ότου έχει θέσει την ερώτηση, είναι «οπωσδήποτε ναι». Με έναν λόγο παραπάνω επειδή πλησιάζουν γιορτές, έναν λόγο ακόμα επειδή η συγκυρία είναι ακριβώς αυτή. Υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι σκεφτόμαστε, προσέχουμε, σεβόμαστε τον εαυτό μας και τον διπλανό.
Οι λόγοι είναι κινηματογραφικοί, αλλά όπως τόσο συχνά συμβαίνει με την σημαντική τέχνη, άπτονται της καθημερινής μας ζωής, της προσωπικής μας σχέσης με τα πράγματα, τον εαυτό, τους φόβους μας. Άλλωστε, αν κάποιος δεν έχει την προθυμία της ενδοσκόπησης – συνήθως αυτοί που είναι πιο οργισμένοι, πιο ανυπόμονοι, πιο δυστυχείς – δεν έχει και την θέληση ποτέ να συζητά με τους άλλους, άρα και με αυτούς που φτιάχνουν, εν προκειμένω, τις ταινίες. Τι άλλο είναι κι αυτές από την επιθυμία μας να πλησιάσουμε – και να πλησιαστούμε. Με λογιών τρόπους.
Απευθύνεται στον στοχαστικό, συναισθηματικά ανοιχτό θεατή, που θέλει να φτάσει κάπου αλλού από την μοιρολατρική πιστοποίηση της ιατρικής πραγματικότητας
Η «Ελπίδα», λοιπόν, είναι μια ταινία που έρχεται από την παγωμένη, για εμάς τους Μεσόγειους, Νορβηγία και επιχειρεί μέσω μιας τυπικής για το σινεμά κεντρικής ιδέας να στήσει ένα ολόκληρο κινηματογραφικό σύστημα που όσο επιθυμεί να περιγράψει ρεαλιστικά την ιστορία του, άλλο τόσο υπηρετεί και τον τίτλο του. Από το δεύτερο μπορείτε με ασφάλεια – και ρεαλισμό, δεν είναι «Μαίρη Πόπινς» το έργο – να είστε βέβαιοι ότι θα βγείτε από το έργο με μια φλόγα αναμμένη. Περί αυτής στο επίλογο.
Ως τότε θα είστε μια μύγα στον τοίχο ενός οκταημέρου στη ζωή ενός ζευγαριού που χτυπιέται από την νόσο που όλοι τρέμουμε. Η «Ελπίδα», παρά το τετριμμένο της κεντρικής ιδέας, απέχει δραματουργικά παρασάγγας από το σύνηθες κινηματογραφικό μοτίβο που χρησιμοποιεί τον καρκίνο σαν μελοδραματικό τέχνασμα, σαν διδακτικό κίνητρο ή κοινή οδό σασπένς για την κατάκτηση της συμπάθειας του θεατή. Τίποτε απ' όλ' αυτά εδώ. Δίχως έκδηλη φιλοσοφική ροπή (ίσως κάποιοι το χρεώσουν αυτό) εδώ συμβαίνει μια ρεαλιστική απεικόνιση, χωρίς «σκηνές Όσκαρ», χωρίς κραυγαλεότητες, χωρίς την προσπάθεια της παγκοσμιοποίησης του προβλήματος για να αγκιστρώσει τους θεατές. Είναι ήδη αρκετά παγκόσμιος ο καρκίνος, οι περισσότεροι θεατές έχουν μια ιστορία να αντιπαραβάλλουν στα τεκταινόμενα. Απευθύνεται εξίσου όμως στον στοχαστικό, και μαζί συναισθηματικά ανοιχτό θεατή, που με ωριμότητα θέλει να φτάσει κάπου αλλού από την μοιρολατρική πιστοποίηση της ιατρικής πραγματικότητας.
Το «κάπου αλλού» φωλιάζει, όπως τόσο συχνά στις διαυγείς ταινίες, σε μια στιγμή του έργου: «Ο καρκίνος δεν είναι σε όλους τους ασθενείς το ίδιο, μοιάζει με το κρεμμύδι», λέει μια γιατρός. Και η ταινία της καρκινοπαθούς, αυτοβιογραφούμενης σκηνοθέτιδας, επιχειρεί μια σταδιακή αποφλοίωση, ένα ξετύλιγμα μέχρι να φτάσει στον πυρήνα αυτού που επιδιώκει: Την εύρεση της ουσίας της ζωής. Που δεν είναι άλλη από αυτό που σκέφτεται κάποιος όταν οι μέρες του είναι αριθμημένες, προσχεδιασμένες «σαν σε ένα power point», που λέει κάποια στιγμή η ηρωίδα. Πόσο μακριά είναι οι καθημερινές σου ενασχολήσεις και έγνοιες από αυτό που συμβαίνει ενώ στραγγίζεται ο χρόνος σου;
…βγαίνεις από την αίθουσα ενθυμούμενος για ακόμα μια φορά ότι οι άνθρωποί σου είναι ότι στ' αλήθεια χρειάστηκες και θα χρειαστείς ποτέ σου
Η Μαρία Σόνταλ στηρίζεται με όλη της την άνεση σε δύο ερμηνείες-στύλους, πρώτα της Άντρεα Μπρεν Χόβιγκ κι έπειτα του Στέλαν Σκάρσγκαρντ και προσθέτει μία-μία τις ψηφίδες του ρεαλισμού της. Διάσπαρτα, σε τόνους κόκκινους κι όχι μωβ, αφήνει φανερά σημεία-κλειδιά. Για την σχέση του ζευγαριού, για την ενατένιση του ακίνδυνου πια παρελθόντος, τον τρόμο του μέλλοντος. Ταυτόχρονα, αφήνει για εμάς τους μη Νορβηγούς ένα δοκίμιο σκανδιναβικών ηθών, από τη μια αναμενόμενα ψύχραιμο, από την άλλη απρόσμενα συναισθηματικό, ένθερμο, οικείο. Η τραγική ειρωνεία δουλεύει δραματικά για τους πρωταγωνιστές και, ιδιόμορφα μεν αλλά…χριστουγεννιάτικα για τους υπολοίπους που αγνοούν το δράμα. Χριστουγεννιάτικα βέβαια όχι με γνώμονα την καταναλωτική ευφορία, αλλά το συναίσθημα και την συναίσθηση των σημαντικών. Αυτό που ζεις είναι πάντα σημαντικότερο από αυτό που ελπίζεις να ζήσεις. Το όνειρο, απαραίτητο για να καλυτερεύεις, είναι ασήμαντη πολυτέλεια αν ο ενεστώτας της ζωής σου δεν σε γεμίζει.
Στο τέλος, είναι ακριβώς αυτή η φλόγα των βασικών που μένει αναμμένη. Και δια της φλόγας αυτής, ξεπερνάς μικροκριτικές για μια δραματουργία υπερβολικά ίσως επίπεδη στον κατακτημένο ρεαλισμό της, ή μια ίσως υπέρ του δέοντος επαναλαμβανόμενη ρεαλιστική επιμονή στην ζοφερή λεπτομέρεια. Η φλόγα υποδαυλίζεται και βγαίνεις από την αίθουσα ενθυμούμενος για ακόμα μια φορά ότι οι άνθρωποί σου είναι ότι στ' αλήθεια χρειάστηκες και θα χρειαστείς ποτέ σου. Και το σινεμά, δηλαδή ένας άλλος άνθρωπος, έχει κάνει για μια ακόμα φορά το χρέος του.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Δανία, Νορβηγία, Σουηδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Μαρία Σόνταλ
- ΣΕΝΑΡΙΟ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΆντρεα Μπρεν Χόβιγκ | Έρικ Χάλερτ | Στέλαν Σκάρσγκαρντ
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΜανουέλ Αλμπέρτο Κλάρο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ130'
- ΔΙΑΝΟΜΗNeo Films





