Ελεύθερο Θέμα

Φρέσκο από τις χθεσινές εννέα υποψηφιότητες της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, το «Ελεύθερο Θέμα» έρχεται στις αίθουσες να αναμετρηθεί με τις προσδοκίες και την αποτελεσματικότητα χειρισμού του επίκαιρου θέματός του.

Το «Ελεύθερο Θέμα» κατοπτρίζει μια αθέατη πλευρά του (πιο) Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, την δοκιμιακή πλευρά, πραγματευόμενο ελεύθερα την έννοια της προσωπικής ελευθερίας αλλά και τις διαστάσεις του τίτλου του σε μια χώρα αξιακής κρίσης. Είναι σινεμά ασυνήθιστο, ολότελα καλοδεχούμενο και αναγκαίο σε μια υγιή κινηματογραφία, ανεξάρτητα από βαθμολογίες και προσωπικές προτιμήσεις.

Βλέπεις, μια κριτική απηχεί τον συγγραφέα της κι αυτό είναι απαραίτητη παράμετρος της συζήτησης ενός έργου (κι ενός κειμένου) με τον παραλήπτη του. Αυτό ίσως διαβαστεί σαν καθησυχαστική εισαγωγή. Στην πραγματικότητα όμως το προφανές του λεγομένου, δεν είναι παρά εγγενές στοιχείο και της νέας ταινίας της Στέλλας Θεοδωράκη. Μια ταινίας που χρησιμοποιεί εργαλειακά το κινηματογραφικό δοκίμιο (ο Γκοντάρ είναι η αναπόφευκτη αναφορά) για να προσεγγίσει την ιστορία μιας καθηγήτριας στην Σχολή Καλών Τεχνών που δίνει στους φοιτητές της ένα «ελεύθερο θέμα» να οπτικοποιήσουν. Ελεύθερο, αλλά όχι αναιτιολόγητο κι όχι άνευ ενός κάποιου σκοπού, όπως λέει σε κάποια στιγμή και η καθηγήτρια (Θεοδώρα Τζήμου) σε μια φοιτήτριά της.

Καθώς βέβαια έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που καταπιάνεται με το ζήτημα της ελευθερίας, της δυνατότητας, των ορίων και της ενδεχόμενης ανυπαρξίας της στον δυτικό τουλάχιστον κόσμο (αυτός μας απασχολεί εδώ), το πράγμα περιπλέκεται και το ζητούμενο από ένα κείμενο για μια τέτοια ταινία οφείλει αν μη τι άλλο να τοποθετηθεί στο κατά πόσον οι τρόποι που μεταχειρίζεται η «δραματουργία» επικοινωνούν τα ευρήματα, τις σκέψεις στον θεατή. (Εισαγωγικά, ευνόητα, τοποθετούνται διότι το φιλμ δεν έχει μια παραδοσιακή δραματουργία αλλά ακολουθεί την vérité του δοκιμιακού σινεμά).

Τα μέτωπα που ανοίγονται είναι πολλαπλά. Η καθηγήτρια έχει μια τριπλή σχέση – μία με τις αρχές της Σχολής, μία ερωτική διαδικτυακή μ΄έναν Γάλλο νυμφευμένο και μία, επίσης πολλαπλή, με τους φοιτητές της. Η τελευταία εξειδικεύεται περισσότερο με έναν εξ αυτών (Δημήτρης Κίτσος, ευθυτενής, ακριβής και ασπροπρόσωπος στις όποιες αμηχανίες του συχνά επιτηδευμένου κειμένου) που ξεκινά το δικό του γαϊτανάκι ελεύθερου θέματος κάνοντας εργασία του την ίδια την καθηγήτρια αφού βρίσκει το κινητό της και ψάχνει αρχικά τα προσωπικά της δεδομένα. Η συγκεκριμένη σκηνή είναι εντελώς αδύναμη δραματουργικά, αλλά δεν το εξετάζουμε, δεχόμαστε την ποιητική άδεια κι ας οφείλεται αυτή να μην είναι φτερό στον άνεμο. Από τις ξεδιπλούμενες, ή καλύτερα αναδιπλούμενες ιστορίες, δεν υπάρχει κάποια αφηγηματική γραμμή παράταξης, θα περάσουν ζητήματα που ξεκινούν από την ελευθερία σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού, στα σαλιγκάρια, τον Ρενουάρ, την καπιταλιστική αγριότητα, ακόμα και την επανεξέταση του Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ, συγγραφέα του «Μύθου του 20ου Αιώνα» και κύριου ιδεολόγου του Ναζισμού.

Όλες τους είναι από γεννησιμιού ενδιαφέρουσες (εντάξει τα σαλιγκάρια ίσως όχι τόσο, αλλά δίνουν μια κωμική ελευθέρωση), όλες τους ανοίγουν την δική τους συζήτηση κι έχουν τις δικές τους παραφυάδες είτε είναι απολύτως επιστημολογικές, εφηβικά ταξικές ή οδηγούν στην σεξουαλική παρενόχληση (ο Ρενουάρ) και την εξαιρετικά χειρισμένη κατακραυγή (ο Ρόζενμπεργκ). Ειδικά η τελευταία αποδίδει τιμή στην δημιουργό, αφού μοιάζει να αποσπάται από την οπτική γωνία ακόμα και της καθηγήτριας, αποδεικνύοντας πως η Θεοδωράκη ακόμα και για τα πιο ακανθώδη ζητήματα ασπάζεται τον σκεπτικισμό και την διαλογικότητα προσπαθώντας να συγκεράσει και να καταλάβει, παρά να εξοβελίσει και να καταδικάσει. Ο μαθητής (Κωνσταντίνος Ελματζίογλου) με την εργασία περί του θεωρητικού του Ναζισμού είναι το «κρυμμένο» χαρακτηρολογικό χάρισμα του έργου.

Το πρόβλημα του έργου, για αυτόν τον συντάκτη, βρίσκεται λίγο πιο δίπλα από την ιδιοσυστασία του. Αν πρέπει να μιλήσεις κινηματογραφικά για τα ζητήματα της Ελευθερίας, της Ανοχής, των Ορίων και της ενδεχόμενης αποτυχίας του δυτικού μοντέλου στην συζήτηση (και πράξη) του μοντέλου αυτού και ταυτόχρονα να χρησιμοποιήσεις όχι μόνο της αντιδραματική φόρμα του δοκιμίου αλλά και να συντηρήσεις την γλωσσολογία μιας ιντελιγκέντσιας ή, έστω, μιας μερίδας ανθρώπων που συζητούν ακαδημαϊκά όσο και έμπρακτα τα ζητήματα αυτά, κάτι (μάλλον) δεν θα πάει καλά. Η φρασεολογία, οι απλουστεύσεις, τα τσιτάτα (με την έννοια των συνθηματικών λόγων που «φυτεύονται» στο στόμα των ηρώων), η παντελής έλλειψη φυσικότητας (και πόσο τρομερά δύσκολο για τον ηθοποιό να αποφύγει την πρόζα της προσποίησης) και ο ενστερνισμός σκηνών σουρεαλιστικής ελευθερίας – όπως η σεκάνς του φινάλε που μοιάζει σαν το φελινικό όνειρο μιας θεατρικής άσκησης – και όλα αυτά ανοιγμένα σε 148 όχι ακριβώς οικονομικά λεπτά, μαρτυρούν μια ιδιότυπη αδιαφορία για ένα μεγαλύτερο κοινό που οφείλεται να ενδιαφερθεί αλλά και μια (περήφανη και αξιότιμη πάντως) αψήφιση βασικών κανόνων που διέπουν την κινηματογραφική συμπεριφορά των σημερινών θεατών. Που δεν είναι θέσφατη, ούτε σωστή, αν όμως θέλεις να τους κερδίσεις δεν μπορείς να αποποιηθείς των δραματουργικών και δημιουργικά εκτελεστικών ευθυνών σου απέναντί τους.


0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments