Ένας Άλλος Κόσμος

Μπορείς να ασκήσεις κινηματογραφική κριτική σε κάτι που εκτιμάς τόσο ως στάση, κινδυνεύοντας ίσως ακόμα και να του κοστίσεις έναν αριθμό θεατών; Ασφαλώς. Το σινεμά του Μπριζέ, το οποίο υποστηρίζω σαν το πιο συστηματικά δουλεμένο, μάχιμο, ευθύβολο και έντιμο πολιτικό σινεμά της τελευταίας δεκαετίας, είναι πάντοτε ευάλωτο στην κατηγορία του διδακτισμού και – για να συμπεριλάβουμε και τους αντιπάλους του – της ανεδαφικότητας. Είναι επίσης ένα σινεμά χτυπητά διαλογικό (θεατρικά, θα πουν λανθασμένα κάποιοι), σχεδόν πάντα πατά σε μια-δυο σεναριακές ευκολίες (έχει μία και εδώ), είναι στεγνό από κάθε συνοδευτικό ορεκτικό που θα το έκανε ίσως πιο εύγευστο σε ένα μεγαλύτερο κοινό, σχεδόν αποστρέφεται την εξωτερική δράση και ορθώνεται εσκεμμένα τεχνικό στην ορολογία του. Πιο απλά, για το μεγάλο κοινό είναι ένα αφιλόξενο σινεμά. Άλλωστε στον κόσμο που φτιάχνουμε, κυριαρχεί η αντίληψη ότι ο κινηματογράφος είναι για να ξεσκάς, όχι για να χολοσκάς. Είμαστε της ξεγνοιασιάς.
Ωστόσο, ισχυρίζομαι, είναι ακριβώς ένα σινεμά που πρέπει να υπάρχει και να το βλέπουμε. Διότι δεν μυθολογεί, δεν φτιάχνει μια αλληγορία εντός της οποίας θα περάσει καλλιεργημένα τα νοήματά της, δεν είναι ευγενικό, αλλά ούτε και ιδεολογικά διαλεκτικό για να κερδίσει μια ιντελιγκέντσια. Και για μια φορά θα ήταν καλά και η τελευταία να παραμερίσει αυτές τις ενστάσεις, οι οποίες πράγματι εν γένει πλουτίζουν ένα έργο σκέψης. Αν υπάρχει μια τελευταία χώρα στην οποία μπορούμε να αποδείξουμε ότι αν μη τι άλλο βλέπουμε κατάματα τη ρίζα του κακού, είναι η χώρα της τέχνης και κυρίως του σινεμά που έχει το προνόμιο της ειδικής του συλλογικότητας. Κατακερματισμένη βέβαια πλέον και αυτή, αλλά πάντως ακόμα υπαρκτή.
Το «Ένας Άλλος Κόσμος» επιχειρεί αυτό που οι κυνικοί (αυτοαποκαλούνται ρεαλιστές) πολέμιοι γιορτάζουν να ευτελίζουν. Την πρόταση της συνειδησιακής αναβάπτισης. Το «αδιανόητο» της επανάστασης της καλοσύνης, ακόμα και με την μορφή της ατομικής θυσίας που θα περιφρονήσει, δίχως μισή εγγύηση αποζημίωσης, ή υπόσχεσης κάποιας μορφής Παραδείσου, την λεωφόρο που ασφαλτοστρώνεται πάνω στην καταπίεση του άλλου. Οι φίλοι μας οι διαφωνούντες, φορώντας με αυτοπεποίθηση τα Air Jordan της ρεαλιστικής μεριάς της Ιστορίας, δεν χρειάζεται καν να ιδρώσουν. «Τι πράγματα είν’ αυτά, που ζείτε; Ποια είναι η αντιπρόταση; Ξέρετε τι θα περάσετε αν η μπάλα κυλήσει αλλιώς; Γιατί απλά δεν προσαρμόζεστε, γιατί δεν μαθαίνετε να παίζετε το παιχνίδι σωστά και να κερδίζετε;», λένε μέσες άκρες. Στο κάτω-κάτω ποια είναι αυτή η ηθική στάση; Ποιος την ορίζει; Και ποια η είσπραξη στο φινάλε;
Ο Στεφάν Μπριζέ, με το προνόμιο του Βενσάν Λιντόν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενός ανθρώπου που από την φυσιογνωμία του και μόνο χρειάζεται dt για να προσωποποιήσει όσα οι λέξεις αυτού του κειμένου, επιχειρεί να εντάξει σε μια «μυθοπλασία» απολύτως αντιπροσωπευτική (και διόλου πλασματικά βολική, όπως θα έλεγαν οι επικριτές) τι ακριβώς είναι αυτό που συνιστά την ηθική στάση στην καπιταλιστική πραγματικότητα. Επιγραμματικά, η περιφρόνηση προς οτιδήποτε βλάπτει τους γύρω σου ακριβώς όταν ο ενστερνισμός του θα σήμαινε την ατομική σου (συνήθως οικονομική) ευρωστία. Ασφαλώς, γράφεται ευκολότερα απ’ ότι πράττεται. Αλλά περί αυτού η σπουδαία επιλογή, περί αυτού η αφετηρία οποιασδήποτε εννόησης καλυτέρευσης των πραγμάτων. Με τον σταυρό στο χέρι; Με τον σταυρό στο χέρι.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Γαλλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Στεφάν Μπριζέ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Ολιβιέ Γκορς, Στεφάν Μπριζέ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΑντονί Μπαζόν | Βενσάν Λιντόν | Μαρί Ντρουκέρ | Σαντρίν Κιμπερλέν
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΕρίκ Ντιμόν
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ96'
- ΔΙΑΝΟΜΗWeird Wave





