• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AOAFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Χόλιγουντ, ταλέντο και σκοτεινιά.

7 Νοέ 2011 | Θέματα | 0 comments

Η αγωνία της περασμένης Παρασκευής για τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας φαίνεται ότι δεν αποθάρρυνε όσο θα φοβόταν κανείς το πιστό σινεφίλ κοινό του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Και η πρεμιέρα της 52ης διοργάνωσης με τους «Απογόνους» («The Descendants») του Αλεξάντερ Πέιν εξελίχθηκε ομαλότατα, αν και όχι χωρίς μία κάποια υπόγεια ένταση την ίδια ώρα σχεδόν που η πορεία διέσχιζε την Πλατεία Αριστοτέλους.
ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ

Η αγωνία της περασμένης Παρασκευής για τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας φαίνεται ότι δεν αποθάρρυνε όσο θα φοβόταν κανείς το πιστό σινεφίλ κοινό του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Και η πρεμιέρα της 52ης διοργάνωσης με τους «Απογόνους» («The Descendants») του Αλεξάντερ Πέιν εξελίχθηκε ομαλότατα, αν και όχι χωρίς μία κάποια υπόγεια ένταση την ίδια ώρα σχεδόν που η πορεία διέσχιζε την Πλατεία Αριστοτέλους.

Πρεμιέρα με άρωμα …Χόλιγουντ

Επιστρέφοντας στην καρέκλα του σκηνοθέτη επτά ολόκληρα χρόνια μετά το «Πλαγίως» και καλεσμένος στη Θεσσαλονίκη για τρίτη φορά, ο Ελληνοαμερικάνος δημιουργός παρουσίασε στους θεατές του φεστιβάλ ένα φιλμ που διατηρεί την ισορροπία –σήμα κατατεθέν του– ανάμεσα στο χιούμορ και τη συγκίνηση, χαρίζοντας στον σταρ της, Τζορτζ Κλούνεϊ, την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας του. Και φυσικά δεν παρέλειψε να εκφράσει τη συμπαράστασή του στους Έλληνες, τονίζοντας ότι ειδικά σε τέτοιες στιγμές κρίσης πρέπει να στηρίζουμε τις τέχνες. Τόσο ο Πέιν όσο και ο διευθυντής φωτογραφίας του, Φαίδων Παπαμιχαήλ (που κατέφτασε απρόσμενα στο φεστιβάλ) έκαναν ακόμα πιο πειστικά τα λεγόμενά τους μπολιάζοντας τα λόγια τους με σκόρπιες ελληνικές φράσεις.

… Και συνέχεια με ολοκαύτωμα

Δίπλα στον καθημερινό παραλογισμό που ζούμε τις τελευταίες μέρες, μία ρωσική ταινία έκανε τους θεατές κοινωνούς μίας άλλου είδους εξωφρενικής, ανατριχιαστικής πραγματικότητας από ένα όχι και τόσο μακρινό παρελθόν. Ξετυλίγοντας «Ένα Αθώο Σάββατο» («V subbotu»), αμέσως μετά την έκρηξη του πυρηνικού αντιδραστήρα στο Τσέρνομπιλ στις 26 Απριλίου 1986, ο Αλεξάντερ Μιντάτζε διαλέγει ως ήρωά του έναν άνδρα που σε αντίθεση με τους περισσότερους συμπολίτες του έχει την τύχη(;) να ανήκει στους ελάχιστους που γνωρίζουν τι ακριβώς έχει συμβεί στα σπλάχνα της πόλης τους και τον κίνδυνο που διατρέχουν κάθε δευτερόλεπτο που περνά. Αντί όμως να δραπετεύσει άμεσα όπως αρχικά σκόπευε, παγιδεύεται στο ξέφρενο γλέντι ενός γάμου και σε μία αυτοκτονική άρνηση της πραγματικότητας. Ο Μιντάτζε από την άλλη πλευρά κατορθώνει και δραπετεύει θεαματικά από οποιαδήποτε υπόνοια συμβατικής ανασύστασης των μοιραίων γεγονότων προς χάριν μίας σχεδόν υπερβατικής σκιαγράφησης της ρωσικής ψυχής αλλά και της απρόβλεπτης ανθρώπινης ψυχολογίας στο έλεος μίας ανεξέλεγκτης απειλής. Οι αιχμές εναντίον της εγκληματικής ολιγωρίας των αρχών είναι φυσικά παρούσες, την παράσταση κλέβει όμως η ιλιγγιώδης, σχεδόν θριλερική κινηματογράφηση.

Αν οι «Απόγονοι» του Πέιν τράβηξαν τα φώτα της δημοσιότητας, την ίδια ημέρα, το πρόγραμμα του φεστιβάλ εισήγαγε τους θεατές στο έργο των τιμημένων με πλήρεις ρετροσπεκτίβες και επίσης προσκεκλημένων Ούρλιχ Ζάιντλ, Όλε Κρίστιαν Μάντσεν και Πάολο Σορεντίνο. Αν και είμαστε ήδη αρκετά εξοικειωμένοι με τον τελευταίο («Οι Συνέπειες του Ερωτα», «Il Divo»), το φεστιβάλ προσφέρει μία σπάνια ευκαιρία να παρακολουθήσει κανείς και τις μικρού μήκους ταινίες του. Μίνι κομψοτεχνήματα, όπως το δίχως διαλόγους και εκθαμβωτικά ασπρόμαυρο «Το Αργό Παιχνίδι» («La Partita Lenta»), καταδεικνύουν περίτρανα πώς και γιατί ο Ιταλός σκηνοθέτης κατέληξε να θεωρείται ένας τόσο σπουδαίος στυλίστας της εποχής μας, ικανός να προσδίδει στις πιο ασήμαντες λεπτομέρειες οπερατικές διαστάσεις. Τόσο που ώρες ώρες σε κάνει να αναρωτιέσαι τι θα συνέβαινε αν ποτέ αναλάμβανε να σκηνοθετήσει μία ταινία δράσης.

Η ζοφερή ιστορία μιας παιδικής ηλικίας

Σαν να μην έφταναν οι ωμές προκλήσεις του Αυστριακού Ούρλιχ Ζάιντλ, ο συμπατριώτης του Μάρκους Σλάιντσερ αναλαμβάνει να προκαλέσει ακόμα περισσότερο με την ιστορία του «Μίχαελ» («Michael»), ενός άνδρα που κρατά αιχμάλωτο στο υπόγειό του ένα δεκάχρονο αγόρι. Εμπνευσμένος από την πραγματική περίπτωση ενός παιδεραστή, ο Σλάιντσερ ξεκλειδώνει την καθημερινή του ρουτίνα με την ψυχρότητα ενός Χάνεκε, του οποίου διόλου τυχαία έχει διατελέσει υπεύθυνος κάστινγκ. Όσο αναπόφευκτη κι αν είναι όμως αυτή η σύγκριση, αδικεί κατάφωρα τον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη. Η αποστασιοποίηση είναι μοναδική δικλείδα ασφαλείας όταν καταπιάνεται κανείς με ένα τέτοιο ριψοκίνδυνο θέμα, και ο Σλάιντσερ τα καταφέρνει περίφημα, αποφεύγοντας το σινεμά καταγγελίας και τα φτηνά σοκ· την ίδια στιγμή μπολιάζει το ασφυκτικό σύμπαν του Μίχαελ και του αβοήθητου θύματός του με αδιόρατες ενέσεις κατάμαυρου χιούμορ και ειρωνείας (με αποκορύφωμα τη χρήση του διάσημου «Sunny» του Μάρβιν Γκέι στο σάουντρακ) που σίγουρα δεν το κάνουν λιγότερο απωθητικό, σίγουρα όμως το κάνουν κάπως πιο υποφερτό. Ο ανησυχητικά ανέκφραστος πρωταγωνιστής Μίχαελ Φρούιτ αποδείχθηκε πάντως πολύ πιο φιλικός όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει το μουδιασμένο κοινό μετά το τέλος της προβολής!

Ακόμα πιο αδυσώπητη αποδείχθηκε η αυστραλέζικη «Πόλη του Χιονιού» («Snowtown»), όπου ένας αφελής έφηβος εγκλωβίζεται στην επιρροή του νέου εραστή της μητέρας του. Μόνο που η νεοαποκτηθείσα αυτή πατρική φιγούρα κρύβει μία παράλληλη ζωή ως ένας από τους χειρότερους serial killer που γνώρισε ποτέ η χώρα των καγκουρό. Με φόντο ένα αβάσταχτα αποπνικτικό white trash αυστραλέζικο προάστιο, όπου κατοικοεδρεύουν εκτροχιασμένα δυσλειτουργικές οικογένειες, τζάνκι, παιδεραστές και λοιπά ανθρώπινα ερείπια και σκουπίδια, ο Τζάστιν Κερζέλ ξεδιπλώνει το χρονικό αίματος και διαστροφής ενός χαρισματικού αλλά διαταραγμένου μυαλού, αποφασισμένου να εξολοθρεύσει καθετί που δεν χωράει στις νόρμες του. Βασισμένος και αυτός σε αληθινή ιστορία, και με έντονη την επιρροή του «Henry: Portrait of a Serial Killer» και του «Κόντρα Ξύρισμα», ο Κερζέλ παρασύρεται ωστόσο υπερβολικά σε μία ναρκισσευόμενη μανιέρα, εναλλάσσοντας τον ερεβώδη λυρισμό και την αποκρουστική βία, που τελικά αποδυναμώνει τον αντίκτυπο ενός φιλμ, που με τη δεξιοτεχνική του σκηνοθεσία και τις υποδειγματικές ερμηνείες θα μπορούσε κάλλιστα να εξελιχθεί σε αριστούργημα. Η προβολή του συνοδεύτηκε από μαζικές αποχωρήσεις, πρόκειται όμως αναμφίβολα για ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο.

Όπως ακριβώς και οι «Μαϊμούδες» («Apflickorna») της Σουηδέζας Λίσα Ασάν, που ευτυχώς μας προέκυψαν ελαφρώς πιο παιχνιδιάρες, χωρίς ταυτόχρονα να φοβούνται να ακουμπήσουν θέματα ταμπού, όπως η παιδική σεξουαλικότητα. Ηρωίδες δύο αδελφές, η νεαρή Έμα και η επτάχρονη Σάρα, που ανακαλύπτουν σταδιακά τον έρωτα, τον ανταγωνισμό και το παιχνίδι της αποπλάνησης ως μέσο εξουσίας. Και κυρίως ότι για να αποκτήσεις αυτό που επιθυμείς πρέπει ενίοτε να επιστρατεύσεις αθέμιτα μέσα. Κουβαλώντας έναν ιδιότυπο αισθησιασμό, τολμηρό χωρίς να γίνεται ποτέ προκλητικό, το ντεμπούτο της Ασάν βυθίζεται ολοκληρωτικά στις επιθυμίες των ηρωίδων της για να ανασύρει τις πιο ανεξερεύνητες πτυχές τους. Και το κάνει με μια επιβλητική ηχητική μπάντα και ένα σωστό οπλοστάσιο ελκυστικών εικόνων που δεν σου αφήνουν άλλο περιθώριο παρά να παραδοθείς αμαχητί.

Σκοτάδι, συγκεντρώσου!

Είναι σίγουρα πολύ νωρίς για να μιλήσουμε για μία γενικευμένη τάση, κρίνοντας όμως από το πρώτο αυτό δείγμα δεν μπορεί να μη διαπιστώσει κανείς πως το σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής μοιάζει να έχει φωλιάσει στη θεματολογία των ταινιών, αν όχι ολόκληρου του προγράμματος, τότε σίγουρα στους Ανοιχτούς Οριζόντες, όπου ανήκουν οι παραπάνω ταινίες. Αν μη τι άλλο, όσο βαριά κι αν φαντάζει αυτή η επιλογή, η εντυπωσιακή συσσώρευση ταλέντου που χαρακτηρίζει όλους αυτούς τους τίτλους την δικαιολογεί απόλυτα.

Θανάσης Πατσαβός

ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ