Στο πρώτο πράγμα που σταματά το βλέμμα καθώς ακουμπά το ασχημάτιστο ακόμα, αγορίστικο σουλούπι του, είναι τα μάτια του: δύο μεγάλα, διερευνητικά, φωτεινά γαλάζια ματιά. Θαρρείς πως αυτά τα δύο κομμάτια ουρανού στο πρόσωπο του είναι ο πυρήνας ολόκληρης της ύπαρξής του. Δεν ήταν όμως μόνο τα μάτια, που έκαναν τον -εικοσάχρονο πλέον- Ελάιτζα Γουντ ιδανικό για το ρόλο του καλοσυνάτου χόμπιτ, Φρόντο. “Ο Ελάιτζα καταλαβαίνει ενστικτωδώς πως να ερμηνεύσει τον ήρωά του για τη μεγάλη οθόνη”, εξηγεί ο σκηνοθέτης του. “Το να διακρίνεις τόσο ταλέντο σε κάποιον τόσο νέο, σε οπλίζει με ταπεινοφροσύνη”.
Επικεφαλής ενός ονειρεμένου καστ, ο Ελάιτζα δε φοβήθηκε τη δεκαπεντάμηνη παραμονή του σε μια ξένη χώρα, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Γι’ αυτόν, ως ηθοποιό αλλά και ως άνθρωπο, τα γυρίσματα του Αρχοντα των Δαχτυλιδιών ήταν μια μοναδική εμπειρία ενηλικίωσης, αυτογνωσίας και διεύρυνσης της συνείδησης και των συναισθημάτων του. “Μέσα στους πρώτους μήνες” θυμάται ο ίδιος “γίναμε όλοι οι χαρακτήρες που ερμηνεύαμε. Ιδιαίτερα εγώ, ο Σον (Οστιν), ο Ντομινίκ (Μόναγκαν) και ο Μπίλι (Μπόιντ) αυτοαποκαλούμασταν “οι χόμπιτ” γιατί υιοθετήσαμε τις σχέσεις επικοινωνίας που ήταν σημαντικές γι’ αυτούς τους συγκεκριμένους χαρακτήρες. Ήμασταν πάντα μαζί. Ήμασταν μια μεγάλη, υπέροχη παρέα”. Τόσο υπέροχη, ώστε οι περισσότεροι από τους ηθοποιούς (συμπεριλαμβανομένου και του γηραιού Ιαν ΜακΚέλεν του Μάγου Γκάνταλφ, προστάτη της Συντροφιάς) θέλησαν να κρατήσουν ανεξίτηλη την ανάμνηση των πιο. . . ιδιότροπων γυρισμάτων της ζωής τους, κάνοντας τατουάζ “συντροφιάς και αλληλοεκτίμησης”.
Πέρα όμως από την έμπνευση, το κουράγιο και τη δύναμη που έδινε ο ένας στον άλλο, ακόμα και στις πιο κουραστικές μέρες, όλοι μαζί και ο καθένας χωριστά αντλούσαν ενέργεια από το αστείρευτο πάθος και την αγάπη, με τα οποία προσέγγιζε τόσο ο Τόλκιν τους χαρακτήρες του, όσο και ο Τζάκσον τον Τόλκιν. “Αυτό που έκανε για μένα, αλλά και για τον Πίτερ, συναρπαστική την Αργουεν” παρατηρεί η Λιβ Τάιλερ “ήταν η καθαρή και ακούραστη αγάπη της για τον Αραγκορν. Βρίσκω ιδιαίτερα συγκινητικό το γεγονός ότι μια τόσο δυναμική γυναίκα είναι διατεθειμένη να αρνηθεί όλα τα προνόμια της βασιλικής της καταγωγής για να μπορέσει να συνυπάρξει με τον αγαπημένο της”. Η Κέιτ Μπλάνσετ (Γκαλάντριελ) βλέπει πιο μακριά. “Δεν αρνούμαι ότι πρόκειται για μια άκρως εντυπωσιακή ταινία. Συνάμα όμως, είναι και εξαιρετικά φιλοσοφημένη: μια περιπλάνηση όχι μόνο στη φωτεινή, αλλά και τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Δε χρειάζεται παρά ελάχιστη προσπάθεια για να καταλάβεις τον προβληματισμό της πάνω σε βαθιά υπαρξιακές έννοιες όπως είναι η φιλία, η κατανόηση, ο εγωισμός, η αλαζονεία, η σεμνότητα και η ταπεινοφροσύνη”.
Ιωάννα Παπαγεωργίου
Masterclass του Ρομέν Γαβράς στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Με αφορμή την ελληνική πρεμιέρα της ταινίας “Sacrifice” («Θυσία») και λίγες μέρες πριν βγει στις αίθουσες, το enfant terrible του…






