&00 “Ο Πίτερ δημιούργησε ένα κινηματογραφικό κόσμο γύρω του, ο οποίος ήταν απολύτως ιδανικός, σαν τη πατρίδα των Χόμπιτ, το Σάιρ: ένας τέλειος κόσμος, ανέγγιχτος από τα κακά του έξω κόσμου”. Ο Ελάιτζα Γουντ επιχειρεί να συμπυκνώσει σε μια φράση την εμπειρία του από τα γυρίσματα, στη μακρινή Νέα Ζηλανδία. Αναφέρεται στον Πίτερ, και φυσικά δεν εννοεί άλλον από το σκηνοθέτη του. Εκείνον που επέλεξε την παρθένα, ποικιλόμορφη και άγνωστη, στο παγκόσμιο κινηματογραφικό κοινό, φύση της πατρίδας του για να δώσει πνοή στη Μέση Γη.
Στο μακρινό Γουέλινγκτον, η εταιρία ειδικών εφέ WETA μαζί με την εταιρεία παραγωγής του Τζάκσον, WingNut Films, τα 300 μέλη του συνεργείου, τους δεκάδες ηθοποιούς και τους 20.000 κομπάρσους έφτιαξαν μια κοινότητα που όμοιά της δεν είχε ξαναδεί το σινεμά. Οι αποστάσεις που χώριζαν τις περισσότερες από τις εγκαταστάσεις (από τα εργαστήρια του μοντάζ, των εφέ, των κουστουμιών, του μακιγιάζ και των μακετών, μέχρι τα στούντιο για τα εσωτερικά πλάνα και τις σκηνές που απαιτούσαν blue screens) δεν ξεπερνούσαν τα 15 λεπτά με τα πόδια. “Και ήταν ανοιχτές σε όλους μας: ο καθένας μας γινόταν κομμάτι ολόκληρης της διαδικασίας”, παρατηρεί με ενθουσιασμό ο Γουντ. Τουτέστιν, στα διαλείμματα των γυρισμάτων ηθοποιοί, κάμεραμεν, ηχολήπτες και άπαντες οι βοηθοί είχαν το ελεύθερο να περιπλανηθούν σ αυτό το μικρό δημιουργικό χωριό και να προσφέρουν ιδέες ή ένα χέρι βοηθείας σε όποιο από τα τμήματα της παραγωγής τούς προκαλούσε κάθε φορά το ενδιαφέρον. Γενικός επιβλέπων, ο Τζάκσον έθεσε καθημερινό γενικό εγερτήριο τις 5:30 τα ξημερώματα, έτσι ώστε να μπορεί να ελέγχει την πρόοδο κάθε επιμέρους λεπτομέρειας στη κατασκευή της ταινίας πριν προχωρήσει στην προγραμματισμένη έναρξη των γυρισμάτων κάθε ημέρας. Στην προσπάθειά του δε, να εμφυσήσει στο έργο του μια αύρα ρεαλισμού και αυθεντικότητας περιόρισε τα ψηφιακά εφέ στα απολύτως απαραίτητα.
Αν και για κάθε μια από τις ταινίες της τριλογίας (Η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού, Οι Δύο Πύργοι, Η Επιστροφή του Βασιλιά) “συναρμολογήθηκαν” τουλάχιστον 500 ειδικά εφέ και σχεδόν 100.000 ψηφιακοί -δευτερεύοντες- χαρακτήρες, ο σκηνοθέτης δεν έχανε ευκαιρία να εφαρμόζει και αμέτρητες χειροποίητες οφθαλμαπάτες. Τελειοποιώντας τις μεθόδους της κλασικής “δυναμικής προοπτικής” (forced perspective) τοποθετούσε την κάμερα με τέτοιο τρόπο ώστε κάποιοι ήρωες να δίνουν την εντύπωση ότι -σε σχέση με το περιβάλλον τους- είναι μικροκαμωμένοι ή πανύψηλοι. Σε μια σκηνή, για παράδειγμα, ο Γουντ κάθισε σε ένα αφύσικα, μεγάλο κάρο για να φαίνεται -ως χόμπιτ Φρόντο- μικρότερος από τον, ανθρώπινων διαστάσεων, Γκάνταλφ (Ιαν ΜακΚέλεν). Ο σερ Ιαν, με τη σειρά του, “στριμώχτηκε” σε μια μικρότερη του κανονικού, εκδοχή του σπιτιού του Φρόντο, ώστε να γίνει πιο άμεση η διαφορά μεγέθους και φυλής με τον οικοδεσπότη του. Υπήρχαν τέλος, και οι αντικαταστάτες “κλίμακας”. Σε κάποιες ευρείες λήψεις, τα χόμπιτ, που εμφανίζονται στη σκηνή από μακριά, είναι λιλιπούτειοι αντικαταστάτες (ύψους 1,20 μ.), που φορούν ειδικά κατασκευασμένες μάσκες με τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών!
“Η αγωνία μου από την πρώτη στιγμή της συγγραφής του σεναρίου, μέχρι το τελευταίο cut ήταν να διατηρήσω την ισορροπία ανάμεσα στο θέαμα και την ψυχή”, λέει ο Τζάκσον. “Τα βιβλία ήταν εξαιρετικά ογκώδη για να μεταφερθούν αυτούσια στην οθόνη. Προσπαθώντας να κρατήσω την ουσία, να μείνω πιστός στο πνεύμα τους, προτίμησα να αφαιρέσω κάποιες στιγμές δράσης για να δώσω περισσότερο χώρο στους χαρακτήρες και τη φιλοσοφία τους. Μέχρι να δω όμως τις ταινίες ολοκληρωμένες, θα συνεχίσω να αγωνιώ για τις επιλογές μου. Ήταν οι σωστές;”.
Ιωάννα Παπαγεωργίου






