H τεχνητή νοημοσύνη υπήρξε ένα από τα πιο φημισμένα σχέδια του Στάνλεϊ Κιούμπρικ το οποίο όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει λόγω του αιφνίδιου θανάτου του. Αυτό είναι κάτι ευρέως γνωστό, εκείνο που ίσως δεν ξέρατε είναι ότι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ που πραγματοποίησε τελικά το σχέδιο ήταν από την αρχή “συνεργός” του σπουδαίου δημιουργού. Η σχέση των δυο αντρών εξελίχθηκε κάπως έτσι. . .
Το καλοκαίρι του 1969, ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Μπράιαν Αλντις δημοσιεύει τη σύντομη ιστορία ενός αγοριού που προσπαθεί απεγνωσμένα να κερδίσει την αγάπη της μητέρας του, δίχως να γνωρίζει ότι στην πραγματικότητα είναι ένα ρομπότ με αισθήματα. Το μελαγχολικό διήγημα είχε τον πανέμορφο τίτλο “Super Toys Last All Summer Long” και βρισκόταν ήδη στα χέρια ενός άψογα πληροφορημένου Κιούμπρικ που, έναν ακριβώς χρόνο μετά το 2001, έβλεπε σε αυτό μια μοναδική ευκαιρία να εντρυφήσει ξανά στο σινεμά επιστημονικής φαντασίας.
Δέκα χρόνια αργότερα, μια χειμωνιάτικη μέρα του 1979, μια φωτιά που ξεσπά σε κάποιο από τα λονδρέζικα πλατό όπου γυριζόταν η Λάμψη έχει ως αποτέλεσμα να καθυστερήσουν τα γυρίσματα των Κυνηγών της Χαμένης Κιβωτού που ολοκληρώνονταν σε κάποιο κοντινό στούντιο. Η ατυχής συγκυρία φέρνει τον σκηνοθέτη για πρώτη φορά σε επαφή με έναν φανατικό θαυμαστή του: τον Στίβεν Σπίλμπεργκ. Αυτή ήταν και η αρχή μιας ουσιαστικής επαγγελματικής και φιλικής σχέσης που ξεκίνησε από απλές ανταλλαγές απόψεων μεταξύ δύο διαμετρικά αντίθετων σε φιλοσοφία δημιουργών, για να κορυφωθεί με τη διαρκώς αυξανόμενη εμμονή του Κιούμπρικ να πραγματοποιήσει μια ταινία βασισμένη στην ιστορία του Αλντις.
Στο ενδιάμεσο, ο Ε.Τ. είχε καταφέρει να γίνει μία από τις πιο πετυχημένες δημιουργίες από καταβολής κινηματογράφου, πείθοντας συνάμα τον Κιούμπρικ ότι ο άνθρωπος που κρυβόταν πίσω της ήταν κι ο μοναδικός που θα μπορούσε να τον βοηθήσει στο δικό του φουτουριστικό όραμα.
Θα πρέπει να ήταν κοντά στα 1989 όταν οι δύο άντρες συζήτησαν ξεκάθαρα το ενδεχόμενο συνεργασίας τους στο σχέδιο που είχε στο μεταξύ βαφτιστεί Τεχνητή Νοημοσύνη, με τον Στίβεν να συζητά τρόπους που θα μπορούσαν να φέρουν σε πέρας τις αναπτυγμένες τεχνολογικές απαιτήσεις του Στάνλεϊ. Αυτό μέχρι το 1993, όταν οι αλματώδεις ψηφιακές καινοτομίες του Τζουράσικ Παρκ στον τομέα των εφέ ήταν αρκετές για να τον πείσουν πως όλα πλέον είναι δυνατά. Ο 64χρονος δημιουργός είχε αρχίσει ωστόσο να σκέφτεται το ενδεχόμενο να κρατήσει ρόλο παραγωγού στην ταινία, παραδίδοντας στον Σπίλμπεργκ τη θέση πίσω από την κάμερα. “Πίστευα ότι είχε τρελαθεί”, ήταν η αυθόρμητη αντίδραση του δεύτερου. “Μου έδινε μία από τις καλύτερες ιστορίες του. “Μα γιατί;” τον ρώτησα. “Πιστεύω ότι η ιστορία αυτή είναι πλησιέστερα στις δικές σου ευαισθησίες απ’ ό,τι στις δικές μου” μου απάντησε”.
Αν και η ανταπόκρισή του ήταν αρχικά θετική, ο Σπίλμπεργκ αποφασίζει να μην το κάνει. Μόνος του πλέον, ο Κιούμπρικ συμφωνεί με τη Warner να αναλάβει το Α. Ι. αμέσως μετά τα Μάτια Ερμητικά Κλειστά. Τον σταματά ο αιφνίδιος θάνατός του, όμως στον Σπίλμπεργκ γεννά το αίσθημα ενός χρέους που ζητούσε εκπλήρωση, μιας υποχρέωσης να δώσει σάρκα και οστά στην ύστατη επιθυμία ενός ανθρώπου τον οποίο θαύμαζε απεριόριστα. Γι αυτόν, το Α. Ι. ήταν η μυστική κληρονομιά που άφηνε ένας δάσκαλος στο μαθητή του, όσο κι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό έργο, όχι τόσο για την ποσότητα του υλικού που ο Κιούμπρικ είχε αφήσει πίσω κι εκείνος έπρεπε να σεβαστεί, αλλά επειδή θα έπρεπε ο ίδιος πια να “ενώσει” δύο τόσο διαφορετικές δημιουργικές ιδιοσυγκρασίες. Ενενήντα εκατομμύρια δολάρια και 68 ημέρες γυρίσματος μετά, η Τεχνητή Νοημοσύνη μεταβάλλεται από πνευματικό τέκνο του Στάνλεϊ Κιούμπρικ σε νόμιμο υιοθετημένο παιδί του Στίβεν Σπίλμπεργκ.
Απόσπασμα από το άρθρο του Λουκά Κατσίκα που δημοσιεύεται στο τ. 127 του περιοδικού ΣΙΝΕΜΑ.






