Μ΄ αρέσει
Γνωρίστε τον Βασίλη Αρβανιτάκη. Εναν «μέσο» οικογενειάρχη, φίλαθλο, αγαπημένο σύζυγο. Γνωρίστε τώρα το άλλο πρόσωπό του. Ανεύθυνος, απατεώνας, σχεδόν. . . επικίνδυνος. Αν κάτι τον διασώζει από το επίπεδο του στυγνού εγκληματία, είναι η αφέλειά του. Γνωρίστε τον Έλληνα. . . Ο πιο συνειδητοποιημένος εικονογράφος της ελληνικής πραγματικότητας επανέρχεται, μετά το σαρωτικό “Βαλκανιζατέρ”, με μια αιχμηρή κωμωδία περί παντός. . . ελληνικού, που κρύβει κάτω από μια πλούσια πινακοθήκη χαρακτήρων και την ελαφρότητα του χιούμορ, ένα βλέμμα που σαρκάζει αλλά αρνείται κατά παράδοση να επιλέξει πλευρές.
Δραματουργικά, το σενάριο κινείται σε γνώριμα μονοπάτια μέχρι το (σχεδόν!) ορθόδοξο φινάλε, αλλά αυτό που φαίνεται από την αρχή να ενδιαφέρει περισσότερο τον Σωτήρη Γκορίτσα είναι τα στάδια ωρίμανσης του κεντρικού του χαρακτήρα, στο δράμα του οποίου σαν να φωτίζει συμβολικά τις τρεις φάσεις της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας: πρώτα ο ζαμανφού νεοπλουτισμός και οι σπατάλες του 70, έπειτα τα σκάνδαλα, η ανώμαλη προσγείωση και η απόδοση ευθυνών, κι ύστερα η δύσκολη περίοδος της προσαρμογής στις ευρωπαϊκές επιταγές, που διακόπτεται από. . . αδέσποτες σφαίρες.
Τίποτα ωστόσο δεν είναι τόσο ανατρεπτικό, μα και τόσο απλό ως νοητική μετατόπιση, όσο το προσωπικό μήνυμα που επιφυλάσσει το “Μπραζιλέρο” λίγο πριν από το τέλος, όταν τα προσχήματα έχουν καταρρεύσει και Έλληνας κι Ολλανδός «τιμωρός» κοιτάζονται για πρώτη φορά στα μάτια. Τότε που συνειδητοποιούν ότι δεν είναι «ξένοι», αλλά πιστή αντανάκλαση ο ένας του άλλου. . .
Λουίζα Χριστοφίλου
Δε μ΄αρέσει
Από τα θετικά στοιχεία της ταινίας είναι οι ερμηνείες των ηθοποιών. Στο ρόλο της συζύγου του Βασίλη, η Μαρία Κεχαγιόγλου, μια από τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς του ελληνικού θεάτρου. Στο έργο καταφέρνει να προβάλλει την παγιδευμένη ταυτότητα της σύγχρονης Ελληνίδας. Άριστη επιλογή είναι αυτή του Ιταλού ελεγκτή της Ε.Ε., που υποδύεται ο Ιβάνο Μαρεσκότι, γνωστός από τις ερμηνείες του σε ταινίες όπως το “Hannibal” και το “Ο Ταλαντούχος Κύριος Ρίπλεϊ”. Όπως και οι Έλληνες του έργου έτσι κι ο Ιταλός ελεγκτής είναι διχασμένος ανάμεσα σε δύο ιδιοσυγκρασίες: Ζει στη Βόρεια Ιταλία, αλλά κατάγεται από τη Νότια.
Πολλά κι ενδιαφέροντα τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Γκορίτσας. Ο ταλαντούχος σκηνοθέτης όμως, είτε δεν καταφέρνει είτε δε θέλει να ξεφύγει από την επιφάνεια κι από τις συνηθισμένες ατάκες και τα “εύκολα” αστεία. Για παράδειγμα, ένα αστείο το οποίο επαναλαμβάνεται σε όλη την ταινία είναι τα απαράδεκτα αγγλικά που χρησιμοποιεί ο πρωταγωνιστής για να συνεννοηθεί με τους δύο ελεγκτές. Ενα σημαντικό θέμα όπως αυτό των μειονοτήτων- το οποίο βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακή φάση συγκριτικά με άλλες χώρες- αντιμετωπίζεται ελαφρά και με αφέλεια. Στο τέλος ο σκηνοθέτης επιλέγει ένα happy end, στο οποίο όλοι “έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα” . . .
Εύη Τσιργωτάκη






