Ο Ρεϊνάλντο Αρένας υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους λογοτέχνες της Κούβας. Γεννημένος το 1945, ήρθε σε σύγκρουση με το πολιτικό και κοινωνικό κατεστημένο λόγω ιδεολογικών πεποιθήσεων και σεξουαλικού προσανατολισμού, για να πεθάνει αυτοεξόριστος το 1990 στη Νέα Υόρκη. Η γραφή του, η εσωτερική του δύναμη και ο ρόλος του ως… αγκάθι στο πλευρό του Φιντέλ Κάστρο ενέπνευσαν και συγκίνησαν τον Τζούλιαν Σνάμπελ, δίνοντάς του το έναυσμα να τιμήσει, μετά τον Ζαν Μισέλ Μπασκιά, άλλη μια κορυφαία φιγούρα της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας. Σκιαγραφώντας το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη, το “Πριν Πέσει η Νύχτα” καταθέτει ταυτόχρονα ένα ντοκουμέντο πολιτικής καταπίεσης που μεταμορφώνεται τελικά σε έναν εσωτερικό ύμνο για την απελευθερωτική δύναμη της τέχνης.
Δείτε το trailer της ταινίας.
| 56kbits |
| 128kbits |
| 256kbits |
“Είμαι πολίτης του πουθενά”
Η πρώτη επαφή του Σνάμπελ με τον Αρένας ήταν μέσω του ντοκιμαντέρ Havana της Γιάνα Μπόκοβα. Η ιστορία του, αστεία, ταπεινή και συγκινητική, εντυπωσίασε τον Σνάμπελ με την ειλικρίνειά της, ενώ δυο γραμμές διαλόγου, αντιπροσωπευτικές της προσωπικότητας του Κουβανού λογοτέχνη καρφώθηκαν στη μνήμη του: “Mε λένε Ρεϊνάλντο Αρένας και, προς το παρόν, είμαι πολίτης του πουθενά. Το κράτος με έχει αποκηρύξει, συνεπώς νομικά δεν υπάρχω.” Εκεί ο Σνάμπελ, ανακάλυψε το κίνητρο για τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. “Όταν μπήκε στη ζωή μου ο Ρεϊνάλντο, πολλά από αυτά που είχε να πει με άγγιξαν. Δεν μπορώ, όμως, να δώσω μια λογική απάντηση για την ανάγκη μου να διηγηθώ την ιστορία του.”
Η καταγωγή των εικόνων του εντοπίζεται ωστόσο από το πρώτο ποίημα του Αρένας που διάβασε, “Η Παρέλαση Τελειώνει”, όπου επικαλείται τη δημιουργική φαντασία για να ζωντανέψει από τα ρυθμικά χτυπήματα της γραφομηχανής του εικόνες καθημερινές αλλά και μαγικές: “Άνθρωποι, τόποι, ένα αναρριχητικό φυτό, ένας παπαγάλος, διάσπαρτες εικόνες που ανασύρει από το μυαλό του. Άλλωστε, αυτή δεν είναι η ουσία μιας ταινίας; Μια μορφή τέχνης που μπορεί να γεννήσει ως εκ θαύματος έναν κόσμο”, προτείνει ο Σνάμπελ.
Ο τίτλος της ταινίας είναι δανεισμένος από τον τίτλο των απομνημονευμάτων του Ρεϊνάλντο Αρένας, που εκδόθηκε μετά το θάνατό του. Εκτός από τα έργα και τα αληθινά περιστατικά της επεισοδιακής ζωής του (πολέμησε στην επανάσταση και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του είτε στη φυλακή είτε κυνηγημένος από τις αρχές), ο σκηνοθέτης αφομοιώνει στην αφήγηση αναμνήσεις του φίλου του Αρένας, Λαζάρο Γκόμες Καρίγες (συν-σεναριογράφος μαζί με τον Κάνινχαμ Ο Κιφ και τον Σνάμπελ). Ο ίδιος ανακαλεί τη συνεργασία με τον σκηνοθέτη: “Ο Τζούλιαν δεν έδειξε ποτέ να κουράζεται – άκουγε με υπομονή ό,τι είχα να του διηγηθώ. Αυτή η δέσμευση στη δουλειά του, πιστεύω, αντανακλάται στην ταινία.”
Η παράσταση μιας ζωής
Μεγάλος πρωταγωνιστής της ταινίας είναι αναμφίβολα ο Ισπανός Χαβιέ Μπάρντεμ ο οποίος έκλεισε θριαμβευτικά την ενσάρκωση του ποιητή με διακρίσεις σε φεστιβάλ και μια πολυπόθητη υποψηφιότητα για Όσκαρ. Κατά τον Μπάρντεμ, ο Αρένας θυσίασε τη ζωή του για να μπορέσει να είναι ο αληθινός του εαυτός. Κι όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, για το λόγο αυτό επέζησε. “Χρησιμοποίησε το ταλέντο, το χιούμορ, τον πόνο και την ομοφυλοφιλία του σαν όπλα απέναντι στο καθεστώς.”
“Η ερμηνεία του Μπάρντεμ αποτελεί την παράσταση μιας ζωής. Κατάφερε να μπει στους ρυθμούς του Ρεϊνάλντο, να προσωποποιήσει το χιούμορ και την αυτο-κριτική του διάθεση” δηλώνει ο σκηνοθέτης.
Με τη δύναμη της θέλησης και με επίμονη εξάσκηση, ο Μπάρντεμ ξεπέρασε το (ανυπέρβλητο, κατ αυτόν) πρόβλημα της γλώσσας κι άφησε τον εαυτό του να βυθιστεί στο έργο του Αρένας. “Ο Ρεϊνάλντο δεν ήταν διανοούμενος. Eγραφε από τα βάθη του είναι του, χρησιμοποιώντας το μίσος, την οργή και την αγάπη για να εκφραστεί. Ούτε κι εγώ ανήκω στη διανόηση. Είμαι ένας ηθοποιός και μάλιστα πολύ αυθόρμητος. Κι αυτό λειτούργησε ως σημείο σύγκλισης.”
Στην ταινία συμμετέχουν επίσης ο Τζόνι Ντεπ, σε διπλό, ρόλο ως τραβεστί και δεσμοφύλακας του Αρένας, ο Σον Πεν, στο ρόλο ενός χωριάτη που συναντά τον Αρένας όταν αυτός βρίσκεται καθ οδόν για το στρατόπεδο των ανταρτών, ενώ σε μίνι-εμφανίσεις οι σκηνοθέτες Εκτορ Μπαμπένκο και Γιέρζι Σκολιμόφσκι.
Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στο Μεξικό το 1999 και διήρκεσαν 60 μέρες – μια δύσκολη παραγωγή που δικαίωσε όμως το όραμα του Σνάμπελ για τον απόλυτο φόρο τιμής σε έναν μεγάλο σύγχρονο δημιουργό. Όπως λέει κι ο ίδιος: “Ο Αρένας πέθανε μόνος, απένταρος και μακριά από τον τόπο που γέννησε τα όνειρά του. Παρόλα αυτά, αποτελεί για πολλούς αδιαμφισβήτητο σύμβολο αντοχής και ελπίδας.”
Το “Πριν Πέσει η Νύχτα” προβάλλεται στις αίθουσες από την Παρασκευή 21/9, από την εταιρεία διανομής PCV.
Λουίζα Χριστοφίλου






