Η συνάντηση του στιλ με την ουσία στο αρχικό πλάνο του Roma, ήδη από την πρώτη φορά που είδα την ταινία, υπήρξε περισσότερο από αντικείμενο σινεφιλικής εμμονής μια ακόμα απόδειξη – για μένα – ότι ο μεγάλος καλλιτέχνης βρίσκει τον τρόπο να ριζώσει μέσα σου ακαριαία. Στην αμφίβολη, και οπωσδήποτε αντι-θεαματική, θαλπωρή ενός τρίλεπτου, σταθερού πλάνου σε πλακάκια, νερά και σαπουνάδες, ο Κουαρόν όχι απλά έμπασε για πάντα κάποιους από εμάς στην συναισθηματική χώρα των παιδικών του χρόνων, αλλά χώρεσε ταυτόχρονα σε ένα mise-en-scene μοτίβα μιας ολόκληρης ταινίας.
Όμως δεν θέλω να αποθεώσω γενικά το Roma. Άλλωστε αυτό συνέβη σε κλασικό βαθμό κριτικού/δημοσιογραφικού ατοπήματος πριν από πέντε χρόνια. Στο κάτω-κάτω διατηρώ τις (λιγοστές) ενστάσεις μου για την ταινία, παρά το γεγονός ότι ήδη από εκείνη την πρώτη φορά τής παραδόθηκα για τα καλά. Κάποιες ταινίες μένουν μέσα σου σαν θύλακες κόσμων αυτοτελών, σαν ωκεανοί εμπειρίας που οξυγονώνουν συστηματικά τον οργανισμό σου. Μπορείς να πολεμήσεις στεναχώριες, γίνεται, αναλογιζόμενος κόσμους ταινιών. Αναπνέοντας το οξυγόνο τους.
Αντίθετα, αυτό που θέλω να κάνω είναι πολύ πιο απλό – και απλά τώρα γράφω λέξεις να γεμίσω το κείμενο. Πολύ πιο απλό γιατί στην ουσία δεν θέλει κάτι παραπάνω από παρατηρητικότητα και συνεπαγωγές – κύρια υλικά δηλαδή της δουλειάς του κριτικού θεατή. Ούτε καμμιά φαντασία φοβερή, ούτε τίποτα ακροβασίες νοηματικές.
Στα 50 δευτερόλεπτα λοιπόν του Roma, ο Κουαρόν ανοίγει με ένα σταθερό πλάνο από πάνω προς τα κάτω στα πλακάκια μιας αυλής. Ακούγεται σαν κάποιος, εκτός εικόνας, να ετοιμάζεται να κάνει κάτι στον χώρο. Και πέφτουν ένας-ένας οι τίτλοι. Τίποτα. Απλά, πλακάκια. Σε ασπρόμαυρο. Δεν τα δευτεροκοιτάς. Αν είσαι ανυπόμονος θεατής, μπορεί εδώ να σημειωθεί και το πρώτο χασμουρητό. Έπειτα, ακούγονται νερά να πέφτουν. Λίγο μετά εισέρχονται στο σταθερό πλάνο. Και τότε ένα θαύμα συντελείται.

Αυτό που ως εκείνη τη στιγμή ήταν ένα βλέμμα προς τα κάτω, χάρη στο καθρέφτισμα των νερών γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Ένα βλέμμα στον ουρανό. Αυτό που πριν ήταν ένα πλακάκι να καταπίνει το βλέμμα έχει μετατραπεί σε ανοιχτωσιά, σε ένα παράθυρο στον ουρανό. Και ο Κουαρόν δεν χρειάστηκε παρά λίγο νερό. Λίγο νερό που καθρεφτίζοντας καταφέρνει κάτι στοιχειώδες και μεγαλειώδες ταυτόχρονα: Την δημιουργία του κινηματογραφικού κάδρου. «Τα πλακάκια είναι ο κόσμος, το κάδρο ο κόσμος που θέλω να σας δείξω», μοιάζει να λέει ο σκηνοθέτης. Ο ορισμός της σκηνοθεσίας, κατά μία έννοια.
Όταν ξεπεράσεις το «σοκ» του πόσο αιφνιδιαστικά το τίποτα έγινε κινηματογραφικό κάτι – πράγμα που παραφράζοντας τον Ελύτη είναι η κινηματογραφική ποίηση – το πλάνο παραμένει. Και όταν πάψεις να μένεις αποσβολωμένος με το κάδρο που δημιουργήθηκε στο πλάνο (ή με το πώς στήθηκε ένας άξονας που βλέπει ταυτόχρονα αντιδιαμετρική δράση, ίσως και χρόνους – παρόν κάτω, μέλλον πάνω;) συνεχίζουν να συμβαίνουν πράγματα. Οι παφλασμοί των νερών εξακολουθούν, νέα κύματα (συναισθήματα, άραγε;) παραμορφώνουν την ακρίβεια του κάδρου και μετά το αφήνουν να αποκατασταθεί, σαπουνάδες έρχονται, ένα αεροπλάνο περνά, είσαι με τα πόδια στο έδαφος και «υποχρεωτικά» με το βλέμμα στον ουρανό.

Όλα όσα περιέχει η παραπάνω τελευταία πρόταση είναι μοτίβα και ψυχή της ταινίας που θα ακολουθήσει. Το κάδρο κυριεύει μια εκπληκτική σκηνή (επίσης σε ακίνητο μονοπλάνο) μέσα σε κινηματογραφική αίθουσα. Το αεροπλάνο θα το δούμε πολλές φορές ακόμα. Ο ουρανός καταλαμβάνει σταθερά πολύ χώρο στην εικόνα – κάποτε οι χαρακτήρες ξαπλώνουν και χάμω για να τον κοιτούν. Την…σαπουνάδα θα την γνωρίσουμε για τα καλά όταν στην ίδια αυλή ο σκύλος αφήνει τα περιττώματά του, που η υπηρέτρια-ηρωίδα της ταινίας οφείλει να εξαφανίσει. Και βέβαια το νερό, που πάει κι έρχεται, ακριβώς αυτός ο ήχος, πολλαπλασιασμένος στις διαστάσεις του έπους της κορυφαίας σκηνής, νερό που θα μετατρέψει μια γυναίκα από υπηρέτρια σε σωσίβιο, σε μάνα, σε οικοδέσποινα, στον Άνθρωπο που πάντα ήταν – κι ας κρυβόταν στην αρχή εκτός κάδρου, μα όχι εκτός κόσμου. (Από το νερό βγαίνει ο πρώτος άνθρωπος, αν θέλουμε να βάλουμε και το φινάλε του Gravity στο παιχνίδι, την αμέσως προηγούμενη ταινία του σκηνοθέτη, εδώ χάρη στο νερό φανερώνεται ο αιώνιος άνθρωπος που ήταν πάντα εκτός κάδρου, η Γυναίκα αν θέλουμε να ακολουθήσουμε την πιο gender ανάγνωση μιας ταινίας, ο Φτωχός αν πάμε πιο ταξικά, οι δυνατότητες είναι πολλές.)

Ο Κουαρόν, μακράν ο μεγαλύτερος Μεξικανός δημιουργός της ιστορίας του σινεμά (και η γεωγραφία τον περιορίζει τον χαρακτηρισμό), σε ένα τρίλεπτο πλάνο, δίχως ελάχιστη δραματική προειδοποίηση, δίχως την παραμικρή κραυγαλεότητα που συναντάς σε πλήθη συμβολιστών δημιουργών (που βροντοκοπούν τα σύμβολά τους), έφτιαξε έναν ιδεώδη πρόλογο, «συνέταξε» το σινεμά από την αρχή δείχνοντας την πρώτη λέξη του που είναι «το κάδρο», διαχωρίζοντάς το εν συνεχεία από το πλάνο, μπάζοντας τον ήχο στην παρτιτούρα του, εξύμνησε ακόλουθα τον κόσμο που καραδοκεί έξω και από το πλάνο, προοικονόμησε μια ολόκληρη ιστορία σε τρία μόλις λεπτά ποιητικής σημειολογικής τελειότητας.
Το ότι το ξεκίνημα μιας ταινίας που αιτείται συγχώρεση, που μηνύει ότι η λήθη δεν νίκησε ποτέ (και το σινεμά είναι μάρτυρας) και πώς η καλλιτεχνική οικοδόμηση ενός κόσμου είναι η μοναδική οδός που εφηύραμε για να εξομολογηθούμε πόσο ζούμε (και) σε περασμένους/αλλιώτικους χωροχρόνους, δεν θα μπορούσε να ξεκινά τυχαία και απροειδοποίητα, ίσως έπρεπε τελικά να το είχαμε φανταστεί.







