Τι μπορεί να πει κανείς για τον Τομ Γουίλκινσον; Κατά μία έννοια αυτό που στοχεύει, ή θα έπρεπε να στοχεύει, κάθε ερμηνευτής: Ένα γερό ταλέντο, μια μνημειώδη εργασιακή ηθική, αρκετή τύχη ώστε τα σχέδια που επιλέγει και τον επιλέγουν να είναι καλές ταινίες και έναν υποκριτικό χαρακτήρα που περιφρονούσε με άνεση την διασημότητα για χάρη της αναγνωρισιμότητας. Πώς μεταφράζεται αυτό; Λίγοι βάζουν ένα πρόσωπο δίπλα στο όνομά του και σχεδόν όλοι ανακουφίζονται με τον που τον βλέπουν – και μετά τον θυμούνται – στους ρόλους του. Όσο για τους δημιουργούς; Διαβάστε εδώ μια αναφορά στον Guardian από τους ανθρώπους της δουλειάς και θα καταλάβετε.

Ήταν επίσης αυτό που λαϊκιστί λέμε κινηματογραφικός late bloomer. Ναι, πρωτοέπαιξε σινεμά στο Smuga Cienia του Βάιντα, με εκείνη την αξέχαστη μουσική του Βόιτσεκ Κιλάρ, πίσω στο 1976. Ναι, οι επόμενες ταινίες του ήρθαν στα ‘80ς και από τις τρεις τότε δουλειές πρέπει να ψάξετε το Wetherby του προσφιλέστατου για μερικούς από εμάς, Ντέιβιντ Χερ. Και ξανά ένα μεγάλο διάλειμμα. Για να έρθει στα ‘90ς το Priest της Αντόνια Μπερντ, η Λογική κι Ευαισθησία του Ανγκ Λι, ο villain στο Ghost and the Darkness, ανάμεσα στον Μάικλ Ντάγκλας και τον Βαλ Κίλμερ. Και μια χρονιά πριν τα 50 του να γίνει εναλλακτικός σταρ ως ηθικά ρωμαλέος (μια αρετή που χαρακτηρίζει την όψη του) στρίπερ στο Full Monty.

Από εδώ και μετά, ο προαναφερθείς συνδυασμός εργατικότητας, ταλέντου και τύχης σύστησε μια από τις εντυπωσιακότερες εργογραφίες, καθώς ο Γουίλκινσον όχι απλά ήταν παρών σε έργα που ευχαριστιόσουν να βλέπεις – και ολίγον μελαγχολικά να αναπολείς – αλλά και έφτιαχνε χαρακτήρες που τα σημάδευσαν. Βλέποντας το imdb αθροίζω 13 ταινίες (Wilde, Καλπάζοντας με τον Διάβολο, Ο Πατριώτης, Μυστικά της Κρεβατοκάμαρας, Η Σημασία του να Είναι Κανείς Σοβαρός, Το Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι, Το Όνειρο της Κασσάνδρας, Μάικλ Κλέιτον, Επιχείρηση Βαλκυρία, Duplicity, Ο Αόρατος Συγγραφέας, Ύποπτη Συνομωσίας, Εξωτικό Ξενοδοχείο Μάριγκολντ) – εντυπωσιακό το πώς σε κάποιους επικήδειους παραλείπονται τεχνηέντως Γούντι Άλεν και Ρομάν Πολάνσκι παρεμπιπτόντως – στις οποίες η παρουσία του συναρπάζει. Άλλοτε με σκηνές που κλέβει, μετρώντας πρακτικά ελάχιστα λεπτά στον φακό, κι άλλοτε, εύλογα, με ρόλους που έφεραν οσκαρικές υποψηφιότητες (τις «πλάγιασα» αυτές – όντως εκπληκτικός σε δαύτες) πρωταγωνιστικές πλάτες, κύρος ερμηνευτή που χανόταν στον ρόλο διατηρώντας πάντα μια ευρωστία στην φωνή, στο βλέμμα, στην τόλμη. Ο Τομ Γουίλκινσον μπορούσε να είναι εξωστρεφής και τρελός, μπορούσε να είναι τσιράκι του συστήματος, μπορούσε να είναι πατέρας, να γίνεται μέρος οποιουδήποτε κοστουμέ δράματος αλλά και μιας εντελώς σύγχρονης αμερικάνικης παραγωγής όπου και έκρυβε αριστοτεχνικά την δομική του βρετανικότητα. Είχε χιούμορ στο παίξιμο, μια αρετή που δεν εννοείται να παραλείπεται όταν εντοπίζεται, είχε τσάκισμα πάνω στην μεσοαστική του πρόσοψη, είχε ατρόμητο εύρος. Κι έκανε συλλήβδην του υποστηρικτικούς του ρόλους φωτεινά σημεία εμβάθυνσης του δράματος.

Υπήρξαν ρόλοι και σε διασημότερα έργα, στην Αιώνια Λιακάδα του Καθαρού Μυαλού, στο Batman Begins του Νόλαν, στο Grand Budapest Hotel του Γουές Άντερσον, στον Ερωτευμένο Σαίξπηρ του Μάντεν, το Selma της Άβα ΝτουΒερνέ. Και σε πολλές ταινίες που λησμονώ ή παραλείπω, ώστε η παράθεση των τίτλων να μην κουράσει ίσως άλλο. Όμως κάπου εδώ πολλοί από εσάς έχετε ήδη θυμηθεί και το αρχικό συνοφρύωμα στην είδηση του θανάτου του ίσως δώσει την θέση του σε μια παραπάνω θλίψη. Δεν έφυγε πρόωρα, δεν έφυγε όμως και πλήρης ημερών. Έφυγε σίγουρα όμως επισημαίνοντας δια της έλλειψης, ένα λαμπρό ερμηνευτικό του χαρακτηριστικό επίσης, πόσο απαραίτητοι είναι οι καρατερίστες βεληνεκούς σαν και του λόγου του, πόσο ωραίο σινεμά προκύπτει όταν η διανομή ευτυχεί σε πρόσωπα σαν το δικό του.
Σας ευχαριστούμε τόσο κ. Γουίλκινσον.







