Αμνός

Lamb
Ένα ζευγάρι κτηνοτρόφων στην ερημική εξοχική Ισλανδία, γίνεται μάρτυρας ενός «από τον Θεό» δοθέντος και το υιοθετεί μη λογαριάζοντας την έξωθεν θωρούμενη αλλοκοτιά της πράξης του. Δεν θα το ξεχάσετε ποτέ, αν θα είναι για καλό ή για κακό εσείς θα ξέρετε.

Υπάρχει ένας αλάνθαστος παράγοντας στην Τέχνη κι εδώ θα τον χρειαστείτε λίγο περισσότερο από ότι συνήθως: Το ένστικτο. Ναι μεν με τη μορφή συλλογικού ασυνειδήτου, που μέσες άκρες -λένε- είναι σε όλους μας κοινό και δεν μας απασχολεί εδώ, όσο με την έννοια των ιδιωτικά διαμορφωμένων από την (δι)αγωγή, τα προσωπικά μαθημένα και τα επίκτητα γούστα. Αυτό μας απασχολεί εντελώς εδώ.

Με άλλα λόγια, αν βάλεις ένα τυχαίο δείγμα 100 ανθρώπων στην αίθουσα του (σιωπηλού) «Αμνού», στο, με το ζόρι διψήφιο, υπόλοιπο που θα απομείνει στην αίθουσα μετά το πρώτο ημίωρο, θα ξέρεις το ποσοστό των γεννημένων για την τέχνη και την εσωτερική της λογική. Μπορεί να πέφτουμε και λίγο έξω στο νούμερο των μη…πεσόντων, αλλά καταλάβατε το νόημα. Διότι έτσι κι αλλιώς να πούμε τι γίνεται στο ντεμπούτο του Ισλανδού Γιόχανσον, δεν θα ήταν πρέπον.

Τι μπορούμε να πούμε, όμως;

Tο σενάριο είναι διάφανα στηριγμένο σε μια ατμοσφαιρικά πεπατημένη αίσθηση σκανδιναβικότητας και αλλοκοτιάς, που εγχωρίως εδώ και χρόνια τρώμε για πρωινό

Κατ' αρχάς άπειρα λογοπαίγνια, του τύπου, δειγματοληπτικά, ότι η ταινία είναι (και δεν είναι) για παιδάκια – προσοχή, χωρίς διαλυτικά. Μετά τα λογοπαίγνια έρχεται μια στοιχειώδης σοβαρότητα. Στοιχειώδης όμως γιατί αφορά το ότι το ελληνικό weird δεν μένει πια εδώ. Η θεματική της οικογένειας και δη της γονεϊκότητας, των μητρικών και των πατρικών φίλτρων και των άφιλτρων, πέρασε στην άλλη άκρη της Ευρώπης και μάλιστα μοιάζει πια ακόμα φυσικότερη στην ισλανδική της εκδοχή. Συνδρομή δε των μπελαταρικών ρυθμών (συμπαραγωγός και μέντορας του σκηνοθέτη), η ταινία αποκτά ένα ακόμα χαρακτηριστικό που άλλοι λατρεύουν και άλλοι αλλάζουν δρόμο: Μπορείς, δικαιούσαι και απαιτείται να γεμίσεις τα κενά.

Μια φράξια θεατών και κριτικών, ωστόσο, θα διαφωνήσει. Το γραμμένο μέρος μιας κινηματογραφικής ταινίας μοιάζει με εκείνο το παιχνίδι στα περιοδικά σταυρολέξων που σου ζητά να ενώσεις τις τελείες για να προκύψει ένα ζητούμενο σχήμα. Αν μεταφέραμε το παιχνίδι αυτό στο σινεμά, η συνολική εικόνα θα ήταν η ιστορία, οι γραμμές που ενώνουν τις τελείες αποτελεί το σενάριο. Οι ταινίες είναι καλό να έχουν και τα δύο. Εδώ υπάρχει πολύ από το πρώτο και αισθητά λιγότερο από το δεύτερο.

Ως εκ τούτου παίρνεις μια ταινία στην οποία μπορεί να γραφτεί ποικιλία εκθέσεων ιδεών, διότι η ιστορία είναι αρχετυπική. Υπάρχει η μητρότητα, το ένστικτο της φροντίδας, ο δαρβινικός ανταγωνισμός των ειδών, ο αταβισμός, η οικολογική διαστροφή, η αποκατάσταση της φυσικής τάξης. Η ιστορία είναι τόσο καλή, που υπάρχουν κι άλλα. Κι όσα υπάρχουν, άλλες τόσες εκθέσεις μπορούν να γραφτούν. Και μόνο γι' αυτό, η ταινία δεν μπορεί να διαγραφεί μονοκοντυλιά – έστω κι αν την εχθρευτεί κανείς γιατί…

Με συντομότερη διάρκεια ο χρόνος εξοικείωσης με την αλλοκοτιά θα ήταν μικρότερος, τα περιστατικά ραγδαία, το φινάλε λιγότερο αναμενόμενο και λιγότερο διδακτικό

… το σενάριο, παρότι υπαρκτό, έστω σκελετικά, είναι διάφανα στηριγμένο σε μια ατμοσφαιρικά πεπατημένη αίσθηση σκανδιναβικότητας και, σε μας ειδικότερα, αλλοκοτιάς, που εδώ και χρόνια τρώμε για πρωινό. Όχι πολλά παραπάνω. Υπάρχουν καλές σκηνές, ζωηρεύει ενίοτε το πράγμα με κατακτήσεις του διφορούμενου (όπως στην σκηνή που πεθαίνει ένα από τα πολλά ζωάκια της ταινίας), διαχέεται προσεκτικά και μια ομίχλη επικείμενου δέους στο φινάλε, όπου άλλωστε και προσανατολίζεται ευκρινώς η ιστορία. Όμως όλα είναι δέσμια όχι του αργού ρυθμού αλλά της αργής εξέλιξης. Ο ρυθμός, φεστιβαλικά αναγνωρίσιμος, είναι αυτός που είναι (και είναι αρμόζων). Εκείνα που συμβαίνουν όμως δεν είναι επαρκή για να στηρίξουν μια πυραμιδοειδή αφήγηση. Η ταινία έπρεπε να είναι συντομότερη, ίσως δε και χαρακτηρολογικά πιο συντετμημένη. Με μια διάρκεια μέσου μήκους ο χρόνος εξοικείωσης με την αλλοκοτιά θα ήταν μικρότερος, τα περιστατικά ραγδαία, το φινάλε λιγότερο αναμενόμενο και, κυρίως, λιγότερο διδακτικό.

Όμως ήδη μακρηγορήσαμε. Η ταινία ανήκει στους θεατές της και στο ένστικτό τους. Το οποίο βάσει των ευαισθησιών, των μαθημένων, της ανοχής και του χιούμορ του καθενός θα εγγραφεί διαφορετικά. Η ταινία ούτως ή άλλως θα μείνει, έστω κι αν, αποτολμώ, σύντομα απομυθοποιημένη λόγω ενός σεναρίου που ικανοποιήθηκε στην αρχική σύλληψη και την φολκλορικού ατμοσφαιρισμού (η φωτογραφία είναι πάντως έξοχη) διεκπεραίωση.


Αμνός
2021
Lamb
Αμνός Lamb
0 0 votes
Total
Εγγραφή
Να ενημερώνομαι για
Rating.
Stars
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments