Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας

Ghasideyeh gave sefid

Μια Ιρανή βλέπει τον σύζυγό της να εκτελείται από την ιρανική Δικαιοσύνη για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Ένας μυστηριώδης άνδρας την βοηθά να σταθεί στα πόδια της, ανάμεσα στο πένθος και τον πόλεμο που της κηρύσσει ο πεθερός της για να της πάρει το παιδί. Ακόμα ένα ιρανικό δράμα διαμετρήματος, που κουβεντιάζει, μεταξύ άλλων, την θανατική ποινή αλλά και την δυνατότητα της συγχώρεσης.

Στο σημερινό Ιράν υπάρχουν ωραία αυτοκίνητα, «δυτική» πληθώρα ηλεκτρικών συσκευών, καλό σινεμά και θανατική ποινή. Έτσι, δεν αποτελεί έκπληξη, ότι η ταινία του διδύμου των Μαριάμ Μογκαντάμ (παίζει και τον ρόλο της συζύγου) και Μπεχτάς Σανέεχα, είναι μια ταινία κυριολεκτικά ηθικολογική. Μεταφέρει δηλαδή την κουβέντα και μελέτη της πάνω σε ένα κατεξοχήν ηθικό ζήτημα, αυτό της θανατικής ποινής, και στα συνεπακόλουθά του στην ζωή των ανθρώπων. Μάλιστα, φέρνει στον «διάλογο» το πρωταρχικό, πρακτικό ερώτημα/ένσταση, που είναι αυτό του δικαστικού λάθους. Όμως δεν μένει εκεί, άλλωστε η συζήτηση δεν θα ήταν ηθικολογική έτσι. Μελετά τα απότοκα της εκτέλεσης ενός ανθρώπου, εστιάζοντας σε αυτούς που μένουν πίσω, συγγενείς αλλά και δικαστές, επιχειρώντας ένα διπλό σχόλιο, τόσο ηθικό για την συγχωρητική δυνατότητα, όσο και πολιτικό επί του τι συνιστά ένα κράτος δικαίου, μια πολιτεία ανθρωποκεντρική.

…και πάλι έχουμε μια ταινία που πιστοποιεί την υγεία και την ακμή της ιρανικής κινηματογραφίας

Βέβαια το Ιράν δεν διαθέτει μια πολιτεία ανθρωποκεντρική. Εξού και το καθεστώς απαντά στη γυναίκα, αφού τις πει ότι θα την αποζημιώσει κατά το νόμο αδρά για τον φονευθέντα άνδρα της, ότι «ο θάνατος είναι θέλημα Θεού». Η ταινία μελετά πόσο «απόφαση ανθρώπων» είναι, όμως βάζει στη συζήτηση και το θρησκειολογικό/μυθικό μιας παραβολής. Σύμφωνα με το Κοράνι, μια αγελάδα πρέπει να θυσιαστεί για να αναστηθεί ένας άνθρωπος που δολοφονήθηκε από έναν άγνωστο. Έτσι, μέσα από ένα όνειρο που ακούμε στην αρχή της ταινίας, που θα επιστρέψει κυκλικά στο φινάλε της, και ολοκληρώνοντας μια διπλά εννοούμενη παραβολική τροχιά, η «Μπαλάντα» αφήνει μια ερειστική υπόνοια του αρχετυπικού, του ενστικτώδους, αλλά και του θρησκευτικού (που σε κάποιους ανθρώπους θεοκρατικών πολιτισμών συνδέονται αμεσότερα απ’ όσο σε άλλους λιγότερο θεοκεντρικούς). Οι πράξεις μας καθορίζονται μεν εξωτερικά από ένα καθεστώς, αλλά ορίζονται και εσωτερικά από τα ίχνη του καθεστώτος στον επίκτητο χαρακτήρα μας και τις αποφάσεις του.

Η ταινία δεν έχει το ύψος μιας δημιουργίας του Ασγκάρ Φαρχαντί, πράγμα έτσι κι αλλιώς δύσκολο, αφού ο άνθρωπος ανήκει στους μείζονες όλων των εποχών, κυρίως λόγω του ότι δεν έχει την διαλογική ανάλυση και σύνθεση μιας ταινίας χαρακτήρων. Βασίζεται και με τα δύο πόδια στην τραγική ειρωνεία του σεναριακού της ευρήματος, που δεν πρέπει να αποκαλυφθεί, και δεν χτίζεται πάνω σε διάλογο αλλά σε δράση. Η τραγική αυτή ειρωνεία (που στην κωμωδία η κριτική αποκαλεί μειωτικά «φάρσα») είναι θεμελιωμένη μεν, αλλά όχι αριστοτεχνικά επαρκής για να δικαιολογήσει ένα μεγάλο δράμα. Πιο απλά, περιορίζει το ενδιαφέρον του θεατή σε ένα κάπως κατώτερο σασπένς του «τι θα γίνει όταν το μάθει;».

Βέβαια οι ανταμοιβές είναι τόσες, που παρακάμπτεις το μείον αυτό. Γιατί και πάλι έχουμε μια ταινία που πιστοποιεί την υγεία και την ακμή της ιρανικής κινηματογραφίας. Που παράγει είδη και μείξεις ειδών, που εξαχνώνει την απόσταση ανάμεσα στο art house και την «ταινία-κοινού», που αρθρώνει μια καταλυτική αφηγηματική ευρωστία. Με σταθερά πλάνα, που εδώ προοικονομούν ένα ηθικό τράβελινγκ παραλυτικής έντασης μεγάλου σινεμά στο σαρωτικό τελευταίο 10λεπτο, με άρτιες ερμηνείες, απόλυτα οικονομική (βλέπε όχι αυτάρεσκη) αντίληψη του χρόνου και ιστορίες σημαντικών διερωτήσεων παρασάγγας απέχουσες από τους ομφαλοσκοπούντες auter-ισμούς που συχνά απαντώνται (ακόμα) στο ευρωπαϊκό σινεμά.

Εδώ, μαζί με το ειδικό βάρος του διλήμματος που έρχεται στο τέλος, σε ένα ευφυές διπλό φινάλε, το έργο αποτυπώνει πώς οι άνθρωποι πρώτα τα χαλάνε όλα και μετά ουδέν μπορούν να διορθώσουν λόγω ατραπών που οι ίδιοι χάραξαν. Δίπλα σ’ αυτό, καθόλου προκλητικά, καθόλου «επίκαιρα», μια ιστορικά τεκμηριωμένη παράφραση που λέει ότι οι αμαρτίες των ανδρών παιδεύουν τις γυναίκες, ενώ, ακόμα και ταξικά (μα καθόλου ρεβανσιστικά), η ταινία παρακολουθεί την σταδιακή κατεδάφιση ενός επαγγελματικά φθασμένου ανδρός που αποφλοιώνεται μπροστά στα πανίσχυρα, ανθεκτικά μάτια μιας «απλής, εργαζόμενης γυναίκας» (σε μια δουλειά συμβολικά σχετιζόμενη με τον τίτλο του έργου).

Οι «άλλοι θεατές» που θα το τιμήσουν, ελπίζουμε να είναι αρκετοί, θα τιμηθούν από αυτό και θα έχουν και κάτι να κουβεντιάσουν για τον δρόμο.


Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας
2020
Ghasideyeh gave sefid
Η Μπαλάντα της Λευκής Αγελάδας Ghasideyeh gave sefid
0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]