Η Βοή του Κόσμου

Ίσως η πιο εύλογη κριτική, τουλάχιστον θεωρούμενα από τον υπογράφοντα, στη ταινία του Πέτρου Σεβαστίκογλου είναι ότι έχει μια θέση περισσότερο σε μια μοντέρνα γκαλερί σαν ένα προβαλλόμενο δρώμενο, παρά σαν κεντρικό θέμα μιας κινηματογραφικής αίθουσας. Θα είχε άδικο αυτή η κριτική – και ο υπογράφων μαζί. Προφανώς μια διαπλοκή εικόνων, πειραματικού χαρακτήρα, δίχως αφηγηματικό πυρήνα και προδιαγεγραμμένο διάλογο, δεν είναι το ψωμοτύρι του αγύμναστου θεατή (ούτε και του γυμνασμένου, αλήθεια), ωστόσο η επιμέλεια στο μοντάζ, τον ηχητικό σχεδιασμό και, προφανώς, την θεματική επιλογή των εικόνων, προδίδει ένα έργο που επιζητά να ειδωθεί κατ΄αποκλειστικότητα, αιτούμενο μιας προσοχής. Ευχόμαστε να ειδωθεί και να την έχει.
H νεανική ανησυχία, aυτή που ερωτεύεται, αδημονεί, πιστεύει, αντέχει, κινείται διαρκώς και μέσα από αυτή τη φυσική ανάδευση όλο και κάτι μπορεί να προκύψει
Όποτε βλέπω ένα ντοκιμαντέρ «ασαφούς» παρατήρησης του κόσμου μας, σκέφτομαι το «Κογιανισκάτσι» του Γκόντφρεϊ Ρέτζιο και την περιγραφή ενός κόσμου «εκτός ισορροπίας». Ήρθε πριν από ακριβώς 40 χρόνια, ακολουθήθηκε από δύο άξιες συνέχειες, και στιγμάτισε τη γενιά που το πρωτοαντίκρισε. Δεν κατάφερε απολύτως τίποτα από το ηθικολογικό που σημείωνε, αλλά ως γνωστόν η τέχνη δεν θα αλλάξει ποτέ τον κόσμο – υπάρχει κάτι σχετικό και στο φινάλε της ταινίας του κ. Σεβαστίκογλου. Αυτό που κατάφερε το «Κογιανισκάτσι» ήταν να ανεβάσει θεόρατα τον πήχη για το τι σημαίνει ντοκιμαντέρ καταγραφής, σύλληψη σκηνοθετική και εικαστική τελείωση. Η έμπνευση που χάρισε δε στον κινηματογραφιστή Ρον Φρίκι – διευθυντή φωτογραφίας του Ρέτζιο, αλλά και μείζονα προσωπικότητα στην τεχνολογία της εικόνας – στο «Baraka» του 1992 και το «Samsara» του 2011, σημειώνει την επιτομή μια μορφής «ντοκιμαντέρ» καταγραφής.
Συγκρινόμενο, θεματικά και μόνο, με τις ταινίες αυτές, το έργο του κ. Σεβαστίκογλου μπορεί να μην έχει να προτείνει ένα ηθικοπλαστικό δέον, ίσως και καλύτερα από μια πλευρά, βλέπει όμως με έναν αέρα πίστης την νεανική ανησυχία. Αυτήν που ερωτεύεται, αδημονεί, πιστεύει, αντέχει, κινείται διαρκώς και μέσα από αυτή τη φυσική ανάδευση όλο και κάτι μπορεί να προκύψει.
Ζει σε έναν κόσμο-αλαλούμ (οι αμερικάνικες σκηνές στο Λος Άντζελες και το Λας Βέγκας είναι οι καλύτερες της ταινίας), σε μια πολυπολιτισμική «κουλτουρόσουπα» που χρειάζεται χρόνος για να αντιληφθεί κανείς τον τρόπο που η διαφορετική ρίζα ανθεί στο κοινό φύλλωμα, σε μια κοσμογονία ανισοβαρή (άλλο το πανκ ρεύμα στις ΗΠΑ, άλλη η απουσία του ρεύματος στη Σενεγάλη) και πεσμένων κόσμων (αναχρονιστικά πειστική η σεκάνς της «σοβιετικής Κίνας» στο κινέζικο μπαρ) που ολοφάνερα ζητούν ένα σχέδιο, μια σύλληψη για την δημιουργία της επόμενης κατάστασης. Πώς θα συμβεί αυτό, άλλος δεν το γνωρίζει, άλλος δεν το πιστεύει κι άλλος θέλει να πιστεύει στην ιστορική ροή που αναπόφευκτα θα το επιφέρει. Κάτι σαν τη θρησκεία είναι αυτά τα πράγματα.
Το έργο συλλαμβάνει στην αντίστιξή της στιγμές λυρικές (χρωματικός απόηχος ταρκοφσκισμού σε μια ρώσικη στιγμή), ερωτικές, πολεμικές, μοναχικές, σε μια εικόνα που στις ευτυχείς στιγμές της μετατρέπει την απουσία λόγου και την οπτική βοή σε μια σύνθεση που θα αποκτήσει, αναπόφευκτα, το βάρος της όσο περνούν τα χρόνια. Άλλωστε αυτό είναι και το επίτευγμα του κ. Σεβαστίκογλου: Η μια κάποια καταγραφή της παγκόσμια πολιτισμικής στιγμής που σε λίγο ή και περισσότερο καιρό θα έχει γίνει ένα, ποικιλοτρόπως συγκινητικό, πολαρόιντ των μελλοντικών μας αναμνήσεων.
Πρώτη προβολή στο 27ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Ελλάδα
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Πέτρος Σεβαστίκογλου
- ΣΕΝΑΡΙΟ Πέτρος Σεβαστίκογλου
- ΗΘΟΠΟΙΟΙAsya Rechnaya | Omar Fall | Vassya Berezin | Wei Xun | Youri Bernandez | Βασσίλης Μπούτσικος | Ιώ Λατουσάκη | Μάρθα Λαμπίρη
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΠέτρος Σεβαστίκογλου
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ84'
- ΔΙΑΝΟΜΗFantasia Audiovisual





