Ζλάταν
Ο νεαρός Ζλάταν δέχεται οξεία κριτική για τις τελευταίες του εμφανίσεις με τον Άγιαξ, με τους δημοσιογράφους να τον χαρακτηρίζουν «τεμπέλη μετανάστη». Χειρότερη κι απ' τα άδικα λόγια των ρεπόρτερ, η κοφτερή ματιά του Ρόναλντ Κούμαν. Ο κόουτς λοξοκοιτάει την κάμερα και γυρίζει το φιλμ της ζωής του Ιμπραχίμοβιτς πίσω στα μικράτα του. Όταν μάθαινε να κλωτσάει το τόπι, βλέποντας τους φίλους του να υπογράφουν σε μεγαλύτερες ομάδες πριν απ' αυτόν. Κι αργότερα, στα τσικό της Μάλμε, όταν ήξερε να κοντρολάρει όπως ελάχιστοι τη μπάλα αλλά όχι τον ατίθασο χαρακτήρα του. Τέλος επιστρέφει στον Κούμαν, ο οποίος είναι πλέον κομπάρσος στα παρασκήνια μια μεγάλης μεταγραφής. Αυτής που έφερε τον Ζλάταν στο κατώφλι του ενιαίου και αδιαίρετου ποδοσφαιρικού μύθου, αναγκάζοντας τους δημοσιογράφους που τον αποκαλούσαν τεμπέλη να αναφέρουν το όνομά του δίπλα απ' αυτά του Ζιντάν και του Ντιέγκο Μαραντόνα.
Μοιάζει με την κλασική «rugs to riches» δομή, με την ιστορία ενός τύπου που βρέθηκε απ' τα αλώνια στα σαλόνια όπως θα το λέγαμε στην ελληνική. Μόνο που την διηγείται ο χειρότερος δυνατός αφηγητής, αφού το σενάριο είναι βασισμένο στην ομότιτλη αυτοβιογραφία του Ζλάταν. Δηλαδή ενός διαβόητα αλαζόνα σέντερ φορ που αρέσκεται στο να μιλάει για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο και να τον αποκαλεί βασιλιά, κατακτητή, θρύλο, θεό και διάφορα άλλα ταπεινά, αντικαθιστώντας όλες τις παραπάνω έννοιες με το μικρό του όνομα. Ας βάλουμε μια άνω τελεία όμως σ' αυτό, γιατί η ταινία πάει εντελώς ανάποδα.
Ο σκηνοθέτης Γιενς Σχέγκε επιλέγει να αφηγηθεί την αρχετυπική σχεδόν ιστορία του μη γραμμικά, θέλοντας να δώσει έμφαση στο κοινό ολόκληρης της θριαμβευτικής πορείας του Ζλάταν, που ειρήσθω εν παρόδω δεν έχει φτάσει ακόμα στο τέλος της. Μόλις πέρυσι ο αειθαλής Σουηδός, για τα γόνατα του οποίου υπάρχει ήδη συμφωνία να μελετηθούν περεταίρω από την επιστήμη μετά το πέρας της καριέρας του (no kidding), πρωτοστάτησε στο 18o πρωτάθλημα της Μίλαν στη Serie A. Μοιραία λοιπόν, απ' τη στιγμή που ο κομήτης Ιμπραχίμοβιτς λάμπει ακόμη στο ποδοσφαιρικό στερέωμα, η ταινία τελειώνει τη στιγμή που ξεκίνησε να ακτινοβολεί. Προηγουμένως έχει καταγράψει πολλά και διάφορα όπως το δύσκολο ξεκίνημα σε ένα φτωχό προάστιο του Μάλμε ή το διαζύγιο των γονιών του, εστιάζοντας στην συμπεριφορά του σκληροτράχηλου πατέρα του όσο στο φόντο παίζουν σκηνές απ' τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία. Παράλληλα προσπαθεί να μιμηθεί την ενηλικίωση ενός ελαφρώς σοσιοπαθούς αγοριού που μοίραζε κουτουλιές στις προπονήσεις, έκλεβε τα ποδήλατα των προπονητών του και «δανειζόταν» ξένα αυτοκίνητα με την παρέα του.
Από την εφηβεία και μετά τον Ζλάταν υποδύεται ο Γκρανίτ Ρουσίτι, πρώην ποδοσφαιριστής προερχόμενος από τις ακαδημίες της Μάλμε, ο οποίος ολοκλήρωσε τα γυρίσματα εκμεταλλευόμενος την αγωνιστική απουσία που προκάλεσε ένας σοβαρός τραυματισμός στο γόνατο
Όλο αυτό το ταραχώδες στα παιδικά χρόνια του Ζλάταν και το διηνεκές μπρα ντε φερ με την επιτυχία και την αυτοκαταστροφή, κανονικά θα αρκούσε σε κάθε σεναριογράφο και πρωταγωνιστή. Στο τελικό προϊόν όμως, υπάρχουν τόσα αναξιοποίητα δυνητικά σημεία καμπής που ο θεατής καταλήγει πιο ζαλισμένος κι από τους αμυντικούς της Μπρέντα. Αν δεν γνωρίζετε για τι πράγμα μιλάω τότε μπορείτε να εκλάβετε το παρόν ως παρουσίαση ενός αναιμικού αθλητικού δράματος και μιας σφόδρα εμπορικής απόπειρας για εκμετάλλευση ενός από τα ελάχιστα εξαγώγιμα οργανικά προϊόντα που απέμειναν στην κάποτε κραταιά Σουηδία. Αν από την άλλη καταλαβαίνετε ότι η Μπρέντα δεν είναι απ' το Μπέβερλι Χιλς, τότε η ταινία αποκτά μια παραπάνω διάσταση.
Ο πολύ καλός μας αρχισυντάκτης όταν έκανε την ανάθεση για την κριτική, μου έγραψε πως το «Ζλάταν είναι για κάποιον που ασχολείται με το ποδόσφαιρο». Δε νομίζω όμως να γνώριζε ότι ο πατέρας μου με έκανε πρώτα Μίλαν και μετά ο,τιδήποτε άλλο, μηδέ και το τι μπορεί να σημαίνει ο Ίμπρα για τους ρομαντικούς της μπάλας και του μπακλαβωτού. Είχε πάντως απόλυτο δίκιο, γιατί καλά όλα τα κινηματογραφικά που προσπαθούν να βγάλουν ταινία με το στανιό, αλλά ευτυχώς για το φίλαθλο αίσθημά μας, ανάμεσά τους διασώζεται ο Μίνο Ραϊόλα. Ωραία και συναισθηματικά δοσμένη η άνοδος που παραλίγο να γίνει πτώση, αλλά στο βάθος υπάρχει μόνο η 22η Αυγούστου του 2004. Όπως ορθώς γράφουν οι τίτλοι τέλους, ό,τι έγινε από την 23η και μετά, είναι ιστορία.
Και για να ακριβολογούμε, μια σπάνια αλλά όχι μοναδική ιστορία, ενός γιγάντιου ταλέντου που αρνήθηκε να συμβιβαστεί με την εποχή του και δεν άντεχε να είναι δεύτερος (ούτε καν πίσω απ' το Μέσι). Ενός παίκτη που έπαιζε όχι μόνο με το σώμα ή την ψυχολογία του, αλλά και με το χαρακτήρα του που διέταζε πως αν κάτι το θέλει πραγματικά, τότε μπορεί να συμβεί. Και συνέβη, φορές ουκ ολίγες. Όπως στον τίτλο με τη Μίλαν στα 40 του, το ανάποδο ψαλίδι με τους Άγγλους, το ψηλοκρεμαστό χορευτικό απέναντι στους Ιταλούς ή πάνω απ' όλα, το τέρμα απέναντι στη Μπρέντα…
Αν υπάρχει σφάλμα ασυγχώρητο για τον ποδοσφαιρόφιλο στην ταινία, είναι πως η απλή αναπαράσταση του γκολ κι ένα μοντάζ στους τίτλους τέλους, δεν είναι ούτε κατά διάνοια αρκετά για να χωρέσουν όσα έχουν συμβεί.
Υπάρχει μια καταπληκτική σκηνή στο «Βίος και Πολιτεία» του Ντον Ρόσα που ο Σκρουτζ γίνεται για δύο καρέ υπερήρωας, νικώντας μια αρμάδα κακών που τον έχουν περικυκλώσει χωρίς να μαθαίνουμε ποτέ πως. Το γκολ που αναπαρίσταται συνοδεία αναδρομής στο φινάλε, είναι ό,τι πιο κοντινό μπορώ να φανταστώ σε πραγματικό αντίστοιχο. Η ταινία δεν το καθιστά σαφές (δεν το χρειάζεται βασικά), αλλά τα δύο στιγμιότυπα με τον Κούμαν απείχαν κυριολεκτικά μία εβδομάδα. Όσοι τα ζήσαμε αποκλείεται να μη τα θυμόμαστε – αν όχι τις αποδοκιμασίες και την κόντρα με τον Φαν Ντερ Φααρτ, τότε τη Μπρέντα (όπου ο Ιμπραχίμοβιτς εκτός απ' τη ραψωδία που συνέθεσε με το μνημειώδες σόλο του, έβαλε ακόμη ένα γκολ και μοίρασε άλλα τέσσερα). Το ίδιο τα αδιανόητα που έχουν ακολουθήσει και καταγραφεί σε δηλώσεις, φανερώνοντας τη λεπτή γραμμή μεταξύ της σχιζοειδούς μεγαλομανίας απ' την οποία πάσχει και του σιδηρούν προσωπείου το οποίο φορά ως ρόλο ο Σουηδός για να προστατέψει όσα ορίζουν τη μοναδικότητά του.
Τρελό άλλωστε τον έχουν πει πολλοί, υπερόπτη λίγοι και μετά αναθεώρησαν, γιατί ο Ίμπρα είναι κάτι παραπάνω που δεν ορίζεται με λέξη. Έχει αντικατασταθεί κι αυτή απ' το όνομά του. Κι επειδή παρά τις αψυχολόγητες αντιδράσεις του είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος, καταλαβαίνει πως τα πρώτα κεφάλαια στο εναλλακτικό του παραμύθι πρέπει να έχουν απλά το σπόρο της μεγαλοσύνης του που συνεχίζει να γράφει ιστορία.
Το «Ζλάταν» είναι το δυστυχέστατα διόλου αμετροεπές πρελούδιο αυτής της ιστορίας. Το origin story ενός ποδοσφαιρικού υπερήρωα που έμαθε να αντλεί ενέργεια απ' τις προκλήσεις της ζωής και των αντιπάλων του. Ένα μικρό κι ασήμαντο φιλμ σε σχέση με όσα ακολουθούν, ένα ελάχιστο δείγμα από αυτή την απόλυτη ποδοσφαιρική μονάδα, που μέσα σε ένα βράδυ αποφάσισε ότι πρέπει να σταματήσει να κυνηγάει τον εαυτό του. Έβαλε το σώμα του δυνατά, κόλλησε τη μπάλα στα πόδια του και άρχισε να ντριμπλάρει. Προσποιήθηκε ότι θα πλασάρει μία, προσποιήθηκε δύο, προσποιήθηκε τρεις, μέχρι που σταμάτησε να προσποιείται. Απασφάλισε και αυτοανακυρήχθηκε σε Ζλάταν.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Δανία, Ολλανδία, Σουηδία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Γιενς Σχέγκε
- ΣΕΝΑΡΙΟ Ζλάταν Ιμπραχίμοβιτς, Ντάβιντ Λάγκερκραντζ, Τζέικομπ Μπέκμαν
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΓκρανίτ Ρουσίτι | Ντομινίκ Άντερσον Μπαϊρακτάρι | Σέντομιρ Γκλίσοβιτς
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΓκέστα Ρέιλαντ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ100'
- ΔΙΑΝΟΜΗNeo Films





