Ο Άρχοντας των Μυρμηγκιών

Είναι περίπλοκος οργανισμός μια ταινία, αναρίθμητα μπορούν να πάνε στραβά. Τόσο που εξαιρώντας τους ορκισμένους σινεφίλ, που έχουν την αδυναμία τους οι άνθρωποι, απορεί κανείς που τόσες πολλές ταινίες μας αρέσουν αδιαμαρτύρητα, τους δινόμαστε τόσο ολοκληρωτικά. Αυτό όμως είναι ένα ψυχοκοινωνιολογικό ζήτημα, μετά βίας ταιριαστό σε μια κριτική. Ας αποτολμήσω όμως έναν παραλληλισμό χρήσιμο για αυτό που θέλω να πω παρακάτω. Το να σου αρέσει ένα έργο και να το εντάσσεις στη ζωή σου, είναι σα να έρχεται κοντά σου ένας άγνωστος άνθρωπος, να σου εκμυστηρεύεται την ιστορία του, κι εσένα όχι μόνο να σε συγκινεί/συναρπάζει η ιστορία αυτή, αλλά να θέλεις μετά να είστε και φίλοι.
Βλέπεις, μια ιστορία, ενός φίλου ή μιας ταινίας, μπορεί να είναι καθ’όλα ενδιαφέρουσα, μπορεί ακόμα και να σε συνεπαίρνει πνευματικά ή να σε συγκινεί ανθρώπινα (η περίπτωση εδώ). Όμως ο τρόπος που εξιστορείται, και ο χαρακτήρας της όπως διαφαίνεται στα επί μέρους στοιχεία της, να μην σου ταιριάζει καθόλου. Πιο κινηματογραφικά ακόμα, ο τόνος που την υπογραμμίζει, ο ήχος και τα χρώματα της φωνής, σα να λέμε, του ανθρώπου που έρχεται με την ιστορία του, οι λέξεις και οι τονισμοί τους που επιλέγει, να μην σου ταιριάζουν. Κι επειδή εδώ είναι και περί τέχνης η υπόθεση (αμά λάχει ναούμ, που θα έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν), ο τρόπος είναι το φίλτρο που ξεχωρίζει την ήρα από το στάρι.
Ασφαλώς, όλα τα παραπάνω πιστοποιούν ότι η κριτική είναι υποκειμενικός οργανισμός κι αυτός με τη σειρά της. (Τουτέστιν κάποιοι έχουν εγκαταλείψει ήδη από τις δύο πρώτες παραγράφους κι άλλοι, μη ενδιαφερόμενοι αποκλειστικά για το «να πάω ή να μην πάω να τη δω», είναι ακόμα εδώ). Μένει μια τεκμηρίωση για να καταλάβει κανείς αν συντονιζόμαστε.
Το πρόβλημα του «Άρχοντα των Μυρμηγκιών», οριζοντίως και καθέτως, είναι η σπουδαιοφάνειά του. Κι ακόμα κι αν έχει κανείς όλα τα δίκια του κόσμου, η σπουδαιοφάνεια βλάπτει, γιατί πάντα, μα πάντα, θα βρεθεί κοντά σου ένα ακροατήριο που δεν θα πιστεύει στην ατομοκεντρική ανάγνωση των πραγμάτων, ούτε στην δια θεατρισμών υπερμεγέθυνση της ανθρώπινης εμπειρίας. Ο Λουίτζι Λο Κάσιο, στον ρόλο του Μπραϊμπάντι, ανεξαρτήτως της ενδεχόμενα ακριβούς αναπαράστασης, είναι η προσωποποίηση της σπουδαιοφάνειας αυτής. Περπατά αργά, μιλά περισπούδαστα, συνήθως εκφωνώντας εδάφια άλλων (ή και δικά του!), κοιτάζει με απλανή αυταρέσκεια «στοχασμού» (σπάνια ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του) και με το ύφος του διδακτικά αυτοδίκαιου σε κάθε του στάση βλέπεις ότι (αυτο)τίθεται υπεράνω των συνθηκών που τον περιβάλλουν.
Αυτό οπωσδήποτε δηλώνει έναν άνθρωπο πανίσχυρου εγώ και απέραντης ηθικής βεβαιότητας (και ως προς το δεύτερο δεν μπορείς να μην συμπαραταχθείς λόγω των συνθηκών της ιστορίας), αλλά δεν είναι, για τον γράφοντα θεατή, συμπαθές και γοητευτικό. Πώς θα το λέγαμε στο πιο πάνω παράδειγμα; Δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι φίλος μου.
Το πνεύμα της δυσβάσταχτης ερμηνείας του Λο Κάσιο διαχέεται σε όλη την ταινία. Ανάλογη είναι η όψη της μάνας του νεαρού που ο Μπραϊμπάντι έχει ξελογιάσει (περισσότερα παρακάτω), απόλυτα ανάλογη είναι η έκφραση που κουβαλά διαρκώς ο δημοσιογράφος που καλύπτει την ιστορία, υπεριπτάμενα ανάλογη είναι η σκηνοθεσία του Τζιάνι Αμέλιο. Που είναι τόσο ιδιόμορφα στατική, τόσο αφύσικα στιλιζαρισμένη (πλεονασμός, πράγματι), τόσο θεατρική τελικά, που ρουφάει βαμπιρικά κάθε ρανίδα αίματος σινεμά της ταινίας. Δείτε ας πούμε τη σκηνή που η μάνα βλέπει την αήθη επιγραφή μπροστά στο σπίτι της. Η κάμερα πανάρει αργά ακολουθώντας την να βηματίζει προς μια αχανή άδεια πλατεία και να πέφτει «ιστορικά» στο λιθόστρωτο. Αργότερα, η εξοδός της από το δικαστήριο, ανάμεσα σε δαλιανίδεια ακίνητους, ευπρεπείς διαδηλωτές και πεντακάθαρα σκαλοπάτια, μοιάζει μέρος μιας τελετουργίας σε ιστορικό φόντο. Μοιάζει περισσότερο με τον φίλο που μυθιστοριογραφώντας την περιπέτειά του, να σαν ανάρτηση στα social, περιγράφει την προσωπική του ιστορία ως κοσμικό/κοσμοϊστορικό συμβάν. Και το έργο είναι γεμάτο από τέτοιες στιγμές.
Το «δυστύχημα» είναι ότι το ιστορικό συμβάν είναι πράγματι βαρυσήμαντο. Το ότι ένας ένας άνθρωπος, μισό αιώνα πριν, κατηγορήθηκε για πνευματικό (και ενίοτε σαρκικό) ξελόγιασμα ενός ομόφυλου άλλου, και ότι σύρθηκε, διαπομπεύθηκε, φυλακίστηκε γι’ αυτό, ή ότι ο νεαρός υπέστη ηλεκτροσόκ που τον διέλυσε συναισθηματικά, είναι μια από εκείνες τις πάμπολλες ιστορίες που διαβάζουμε για μια εποχή μεσαιωνικού απόηχου και, εν προκειμένω, μιας τελευταίας φασιστικής αναλαμπής που θέλησε «λίγο ακόμα» να πανηγυρίσει την επικράτηση των μεθόδων της.
Όμως η τέχνη (ο καλλιτέχνης δηλαδή), ισχυρίζομαι, πρέπει να ξέρει ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται επιτήδευση. Όσο την φορτώνεις, τόσο την συσκοτίζεις. Και η ιστορία του Αμέλιο για την υπόθεση Μπραϊμπάντι είναι γεμάτη επιτηδεύσεις. Ρέει βέβαια, γιατί ο Αμέλιο δεν ξέχασε αιφνιδίως να έχει αίσθηση κάποιου ρυθμού, κι έχει ένα ενδιαφέρον και μια ανθρωπιά που ο θεατής -που αναζητά ταινία να συμφωνήσει– θα συγκινηθεί. Και είναι και φροντισμένη στην καλλιτεχνική της διεύθυνση, κι έχει και 2-3 θαυμάσιες μουσικές υπογραμμίσεις (η «Αΐντα» της Ρενάτα Τεμπάλντι σε προετοιμάζει για μια μεγάλη σκηνή, ακόμα αναμένεται), κι έχει κι ένα ωραίο ιταλιάνικο φως στα ημερήσια (τα νυχτερινά εξωτερικά είναι γλυκερά πορτοκαλιά), η παραγωγή είναι εύρωστη, πειστική.
Αλλά τι να το κάνεις;
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ Ιταλία
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Τζιάνι Αμέλιο
- ΣΕΝΑΡΙΟ Εντοάρντο Πέτι, Τζιάνι Αμέλιο, Φεντερίκο Φάβα
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΈλιο Γκερμάνο | Λουίτζι Λο Κάσιο | Σάρα Σεραϊόκο
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΛούαν Αμέλιο
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ134'
- ΔΙΑΝΟΜΗAma Films





