Saison Morte

Saison Morte

Ο Χρήστος είναι ένας τοπογράφος που μεταβαίνει στην Μήλο κατά την διάρκεια του χειμώνα, προκειμένου να εργαστεί στο πλευρό ενός ετέρου συναδέλφου για την κατασκευή ενός δρόμου. Αυτό που δεν θα περιμένει είναι η εμπλοκή του σε μια ιστορία μυστηρίου και εξαπάτησης με φόντο το κυκλαδίτικο νησί.

Πρώτη προσωπική, μεγάλου μήκους σκηνοθετική δουλειά για τον Θανάση Τότσικα, ο οποίος επιχειρεί εδώ να στήσει ένα σύγχρονο, crime story στην καρδιά του ελληνικού, νησιωτικού χειμώνα, όμως η απόπειρά του «σκαλώνει» από νωρίς στο σενάριο του Παναγιώτη Ιωσηφέλη, που πάσχει πρωτίστως από ρυθμό και δευτερευόντως από πολλαπλές στιγμές ατυχέσταστης πρόζας.

Είναι νύχτα. Ένας άνδρας τρέχει ολομόναχος στο σκοτάδι, ζητώντας βοήθεια, μοιάζει απελπισμένος. Όταν τελικά διασωθεί από ένα διερχόμενο αμάξι, ένα περίεργο κουβάρι θα αρχίσει να ξετυλίγεται, μια ιστορία θανάτου, εκδίκησης και ίντριγκας, που φέρνει στο προσκήνιο τους κατοίκους του νησιού, πολλοί από τους οποίους κρατούν καλά κρυμμένους τους πραγματικούς τους ρόλους. Από την ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου Paradise (Τόνια Σωτηροπούλου) και τον ιδιόρρυθμο Γιώργο (Θανάσης Ταταύλαλης), μέχρι την μυστήρια Νάντια (Τζένη Θεωνά) και τον ντόπιο αστυνόμο (Δημήτρης Λάλος), κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για κανέναν. Το παιχνίδι τώρα αρχίζει.

Υπάρχει μια καλή ιδέα στο κέντρο τούτης της ταινίας, μια ιδέα πάνω στην οποία θα μπορούσε να στηθεί ιδανικά ένα εγχώριο whodunit, ιδιαίτερα από την στιγμή που ως σκηνικό για την δράση χρησιμοποιείται η «νεκρή περίοδος» ενός νησιού, πράγμα που σημαίνει πως έχεις αμέσως την κατάλληλη ατμόσφαιρα για ένα πρώτης τάξεως, ελληνικό crime. Στην εν λόγω περίπτωση βέβαια και παρά την ύπαρξη μιας μοναδικά ετερόκλητης γεωμορφολογίας, όπως αυτή της Μήλου, που θα μπορούσε να λειτουργήσει σημαντικά στην ενίσχυση του γενικότερου τόνου της ιστορίας, η σκηνοθεσία και η παράθεση των πλάνων μοιάζει να παραπέμπει περισσότερο σε καλλιτεχνικό σποτ του ΕΟΤ, «καπελώνοντας» ενίοτε το σενάριο και δημιουργώντας την αίσθηση πως παρακολουθούμε δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα – από τη μια, ένα αισθητικά απολαυστικό διαφημιστικό για τις ομορφιές των ελληνικών νησιών τον χειμώνα και από την άλλη μια ταινία που «φλερτάρει» με το νέο-noir είδος, ένα φλερτ που δυστυχώς δεν ευοδώνεται ποτέ.

Ανεξάρτητα από το σκηνοθετικό κομμάτι, το μεγαλύτερο θέμα μάλλον εντοπίζεται στο σενάριο του Ιωσηφέλη το οποίο θέλει να χτίσει από νωρίς το σασπένς, όμως κάπως η πληθώρα των χαρακτήρων και τα επιμέρους κίνητρα του καθενός, κάθε άλλο παρά ενθαρρύνουν στην δημιουργία ενός κλειστοφοβικού, ιντριγκαδόρικου σύμπαντος, κυρίως γιατί οι επιδιώξεις των ηρώων δεν χαρακτηρίζονται όλες από την ίδια δυναμική. Γίνεται εδώ αντιληπτή η σεναριακή απόπειρα του σεναριογράφου να κατασκευάσει έναν μικρόκοσμο πλάνης, femmes fatales και ισχυρών αρσενικών, όμως η υπόθεση «εκτροχιάζεται» γρήγορα λόγω απουσίας συνοχής, με αποτέλεσμα να καταλήγουμε, να παρακολουθούμε χαρακτήρες που μετακινούνται διαρκώς από το σημείο Α στο σημείο Β, γιατί έτσι είναι «γραμμένοι», αυτό πρέπει να κάνουν βάση κωδίκων του συγκεκριμένου, κινηματογραφικού είδους (εν προκειμένω του crime) και όχι γιατί έτσι επιτάσσει η λογική της όποιας ρεαλιστικής δράσης και αντίδρασης.

Σε ό,τι αφορά στις ερμηνείες και την πρόζα, υπάρχει σαφέστατα πρόβλημα, με άλλες παρουσίες να πείθουν περισσότερο (ο Λάλος, για παράδειγμα, αποτελεί σταθερή αξία στους ρόλους που του δίνονται) και άλλες πολύ λιγότερο, η δε πρόζα οριακά γίνεται ανά στιγμές αχρείαστα μελοδραματική (θυμηθείτε την σκηνή μέσα στο ασθενοφόρο), στερεοτυπικά καρικατουρίστικη ή και αβάσταχτα cheesy (αφήνουμε εδώ τη σκηνή με την Σωτηροπούλου και τον Τζιόβα στο δείπνο, θα καταλάβετε).

Γενικότερα η «Νεκρή Περίοδος» είχε τα όλα τα φόντα προκειμένου να αποτελέσει μια πολύ καλή προσθήκη σε ένα είδος που δεν βλέπουμε και τόσο συχνά στο ελληνικό σινεμά, όμως ο υπερβάλλων, σκηνοθετικός ζήλος του Τότσικα και το όχι και τόσο προσεγμένο σενάριο του Ιωσηφέλη – τα δυο βασικότερα χαρακτηριστικά της ταινίας που έτσι κι αλλιώς δεν «συναντώνται» ποτέ, πουθενά – αποτελούν τους βασικούς λόγους για τους οποίους το φιλμ δεν μετουσιώνεται τελικά σε αυτό που θα μπορούσε: ένα τίμιο, αρχετυπικό νέο-noir.


0 Σχόλια
Inline Feedbacks
View all comments
[debug_functions_loaded]