• ΝΕΑ
  • ΤΑΙΝΙΕΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΠΡΟΣΕΧΩΣ
  • ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ
  • ATHENS OPEN AIR
  • ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ

  • AIFF 2026
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΑΤΖΕΝΤΑ
NEWSLETTER

Η Επέλαση

Onslaught

Χαβαλεδιάρικο b-movie που δεν υπόσχεται περισσότερα απ’ όσα μπορεί να δώσει, δεν παίρνει τον εαυτό του υπερβολικά στα σοβαρά και προσφέρει περίπου 90 λεπτά ανόθευτης διασκέδασης.

Η Επέλαση

Όταν μια αδίστακτη ομάδα γενετικά τροποποιημένων στρατιωτών ξεφεύγει στην έρημο, μια στρατιωτικός και ελεύθερη σκοπευτής (Άντρια Αρχόνα) πρέπει να εξαπολύσει την κόλαση για να προστατεύσει τη μικρή κόρη της.

Το 2014, ο Άνταμ Γουίνγκαρντ, για τον οποίο θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η τελευταία του καλή ταινία ήταν πάνω από δέκα χρόνια πριν ή απλά ότι δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα, παρέδωσε το «The Guest», ένα φιλμ που, στο πρώτο του σαραντάλεπτο, έδινε την εντύπωση ότι θα ήταν μια action παραλλαγή του παζολινικού «Θεωρήματος». Στη συνέχεια, βέβαια, έγινε ξεκάθαρο ότι ο Γουίνγκαρντ είχε στο μυαλό του έναν αχταρμά, καθώς δεν ήξερε αν η ταινία του θα ήταν ένα αγνό b-movie ή ένα σοβαρό κοινωνικοπολιτικό σχόλιο πάνω στους βετεράνους των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάθε φορά που η ταινία έγερνε προς τη δεύτερη μεριά, ερχόταν μια σκηνή γραφικής, καρτουνίστικης βίας να μας μπερδέψει ως προς τις αληθινές προθέσεις του σκηνοθέτη.

Η κριτική μας για τη νέα ταινία του Γουίνγκαρντ, «Onslaught», δεν ξεκίνησε βέβαια τυχαία από το «The Guest». Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, οι δύο ταινίες συνδέονται χαλαρά, τοποθετημένες στο ίδιο «σύμπαν». Μάλιστα, ο πρωταγωνιστής της πρώτης ταινίας, Νταν Στίβενς, κάνει ένα πέρασμα από τη νέα, στον ρόλο του εμπνευστή του προγράμματος δημιουργίας υπερστρατιωτών. Σε σύγκριση με το «The Guest», το «Onslaught» είναι μια πολύ καλύτερη ταινία. Κι αυτό γιατί, τούτη τη φορά, ο Γουίνγκαρντ φαίνεται να γνωρίζει ακριβώς τις προθέσεις του και τις καθιστά σαφείς εξαρχής: θέλουμε να κάνουμε ένα χαβαλεδιάρικο b-movie στα χνάρια των ταινιών που αγαπήσαμε, χωρίς δεύτερα επίπεδα ανάγνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, ακόμη και η συνωμοσιολογική πτυχή του σεναρίου δεν λαμβάνεται στα σοβαρά και εντάσσεται στον χαβαλέ της ταινίας.

Από εκεί και πέρα, το «Onslaught» έχει μια σχετικά απλή αποστολή: να μας κρατήσει καθηλωμένους επί 92 λεπτά, προσφέροντας άφθονη δράση και αιματηρό θέαμα. Κι αυτό ο Γουίνγκαρντ εν πολλοίς το καταφέρνει. Σημείο αναφοράς της σκηνοθετικής του προσέγγισης είναι το «The Fog» (1980) του Τζον Κάρπεντερ, όπως φροντίζει να καταστήσει σαφές ο ίδιος κινηματογραφώντας τους τρεις υπερ-κακούς του διαρκώς με τον ίδιο τρόπο που ο Κάρπεντερ κάδραρε τα φαντάσματα των ναυαγών της δικής του ταινίας. Ακόμη και η κινησιολογία των υπερστρατιωτών του Γουίνγκαρντ θυμίζει εν πολλοίς εκείνη των φαντασμάτων του Κάρπεντερ.

Οι σκηνές δράσης είναι ξέφρενες, το gore στοιχείο προσφέρεται αφειδώς και ομολογουμένως οι λάτρεις του είδους θα περάσουν μια χαρά. Ο Γουίνγκαρντ δεν αποτινάσσει εντελώς την ανάγκη του να προσθέσει στην ταινία του μια «σοβαρή» πτυχή, καθώς και ένα (προβλέψιμο) plot twist, τουλάχιστον όμως σε αυτήν την ταινία όλα αυτά παραμένουν το κερασάκι στην τούρτα και δεν γίνονται ποτέ αυτοσκοπός, ούτε σε αποπροσανατολίζουν σχετικά με τις αληθινές προθέσεις του δημιουργού και του έργου.

Από το «Onslaught» δεν θα σου μείνουν, εν τέλει, και πολλά. Είναι μια ψυχαγωγική ταινία, με την καφρίλα, τη βία, τη θεαματική δράση και τα κλισεδάκια της, που για 90 λεπτά σου χαρίζει ανώδυνη διασκέδαση. Μετά το τέλος της προβολής, ελάχιστα θα έχει κανείς να συζητήσει, τουλάχιστον όμως στη διάρκειά της ο Άνταμ Γουίνγκαρντ δεν μας αφήνει να κοιτάξουμε ανυπόμονα το ρολόι ή να αισθανθούμε πως η ταινία του τραβά σε διάρκεια πολύ περισσότερο απ’ όσο θα θέλαμε.


0 Comments

nnn