Θαύμα: Λευκό Πουλί
Το «Θαύμα: Λευκό Πουλί» αποτελεί πρακτικά ένα κάπως ξώφαλτσο sequel (θα το δείτε επίσης ως spin-off, αλλά και ως…prequel) ενός άλλου φιλμ, το οποίο με τη σειρά του αποτέλεσε μεταφορά του ομότιτλου παιδικού μυθιστορήματος της Ρ. Τζ. Παλάτσιο. Πρόκειται για μια ταινία δια χειρός Μαρκ Φόρστερ, πράγμα που σημαίνει πως στο σκηνοθετικό τιμόνι κάθεται ένας ικανός δημιουργός, με «μάτι» για συμπαθητικές, κινηματογραφικές προσαρμογές young adult περιεχομένου και τούτο το φιλμ δεν συνιστά εξαίρεση.
Έχοντας αποβληθεί από το προηγούμενο σχολείο λόγω περιστατικών bullying, ο Τζούλιαν (Γκάισαρ) προσπαθεί να προσαρμοστεί στα καινούργια δεδομένα του νέου σχολικού του περιβάλλοντος. Μια απρόσμενη επίσκεψη από την καλλιτέχνιδα γιαγιά του (Μίρεν) θα κάνει τον Τζούλιαν να επαναπροσδιορίσει τη συμπεριφορά του, αλλά και γενικότερα τον τρόπο που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους γύρω του, όταν εκείνη του εξιστορήσει τις επίπονες, εφηβικές της αναμνήσεις από την εποχή της της κυριαρχίας των Ναζί, τον τρόμο, τον πόνο, αλλά και τη σωτηρία της από έναν συμμαθητή της, που έμελλε να αλλάξει τη ζωή της για πάντα.
Αν και αρκετά «καλογυαλισμένο» ανά στιγμές ως προς την εικόνα του, το φιλμ του Φόρστερ είναι μια τίμια προσαρμογή του graphic novel αυτή τη φορά, της Αμερικανίδας συγγραφέως, χωρίς όμως να μιλάμε για κάποια ταινία που σου εντυπώνεται στο μυαλό, κυρίως λόγω του προσαρμοσμένου σεναρίου του Μαρκ Μπόμπακ που δεν καταφέρνει να απογειωθεί ποτέ, κρατώντας το φιλμ σε «χαμηλή πτήση».
Το πρόβλημα με ταινίες του εν λόγω είδους είναι πως συνήθως ακροβατούν στα όρια της λησμονιάς, αν δηλαδή δεν είσαι φαν του εκάστοτε βιβλιακού πονήματος, τότε πρόκειται για ένα σινεμά που δύσκολα μπορεί να σε αφορά και πιθανότατα πολύ σύντομα θα το ξεχάσεις. Ο Φόρστερ είναι γνώστης του θέματος και προσπαθεί να δώσει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, δένοντας το δραματικό παρασκήνιο των νεαρών πρωταγωνιστών και τη φρικώδη Ιστορία του Β’ Παγκόσμιου, με ένα γλυκερό ρομάντζο που μπορεί να έχει τις στιγμές του (οι σκηνές με τη νεαρή Σάρα και τον Ζιλιέν στις οποίες «ταξιδεύουν» με τη φαντασία τους), όμως συνολικά το εγχείρημα μοιάζει κατά τι κοινότοπο, ακόμα και αμήχανο για τη μεγάλη οθόνη, όπως συμβαίνει στη σκηνή με τους λύκους, όπου διαρρηγνύεται ξαφνικά η απτή πραγματικότητα για χάρη ενός «μαγικού ρεαλισμού» που ενισχύει μεν την – οριακά παραμύθι – αφήγηση της γιαγιάς Σάρα, ξεφεύγει δε από το πλαίσιο μιας ανάμνησης που πράγματι συνέβη.
Σε επίπεδο ερμηνευτικό δεν υπάρχει κάτι το αξιοσημείωτο. Η Έλεν Μίρεν αναλαμβάνει χρέη αφηγήτριας στα πλαίσια του αφηγηματικού της flashback, ενώ η Τζίλιαν Άντερσον αρκείται σε έναν πιο δεύτερο ρόλο, με μια και μοναδική υποκριτική κορύφωση κάπου προς τα τέλη της ταινίας. Αν έπρεπε να ξεχωρίσουμε κάποιον, ίσως να ήταν η νεαρή Αριέλα Γκλέισερ (ο χαρακτήρας της Μίρεν στα νιάτα της) η οποία επιδεικνύει ένα συγκεντρωμένο και απόλυτα ελεγχόμενο παίξιμο, μοιάζοντας ικανή να στηρίξει πολύ πιο απαιτητικούς ρόλους.
Το «Θαύμα: Λευκό Πουλί» δεν διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, είναι όμως μια καλή απόδοση του λογοτεχνικού υλικού του, παρά το γεγονός πως σε ορισμένες σκηνές αυτή ακριβώς η απόδοση μοιάζει περισσότερο διεκπαιρεωτική από ό,τι θα θέλαμε να δούμε στην κινηματογραφική της εκτέλεση. Όπως και να ‘χει, οι αναγνώστες των εν λόγω βιβλίων μάλλον θα περάσουν καλύτερα στην αίθουσα από τους υπόλοιπους θεατές.
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
- ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΗΠΑ
- ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ Μαρκ Φόρστερ
- ΣΕΝΑΡΙΟ Μαρκ Μπόμπακ
- ΗΘΟΠΟΙΟΙΈλεν Μίρεν | Αριέλα Γκλάσερ | Ορλάντο Σουέρντ | Τζίλιαν Άντερσον
- ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΜατίας Κένιγκβαϊσερ
- ΔΙΑΡΚΕΙΑ120
- ΔΙΑΝΟΜΗSpentzos Film





