Για τη νεότερη γενιά το ότι είναι ο άνθρωπος πίσω από τους «Σίμπσονς» αρκεί. Για μερικούς παλαιότερους που μπορεί να βρίσκονται στην παρέα μας η αναφορά του τηλεοπτικού «Taxi» και ακόμα πιο πολύ του τέλειου «Λου Γκραντ» αρκούν και περισσεύουν. Αυτά (και πολλά άλλα) ήταν όλα εμπνεύσεως κι εκτελέσεως συγγραφικής του Μπρουκς.
Το σινεμά ήταν θέμα χρόνου, όμως ο Μπρουκς δεν το αντιμετώπισε ποτέ αδηφάγα. Άλλωστε με το ντεμπούτο του, τις «Σχέσεις Στοργής» (1983) σάρωσε τις υποψηφιότητες (11), πήρε πέντε βραβεία και ο ίδιος τρία προσωπικά (Σενάριο, Σκηνοθεσία, Ταινία) κι έκανε την σινεφίλ ανθρωπότητα να κλαίει με μαύρο δάκρυ και να χαμογελά με τρόπους που μόνο το κλασικό Χόλιγουντ, πολλές δεκαετίες πριν, ήξερε και ο ίδιος είχε το ταλέντο να ανασκευάζει για την τότε τρέχουσα δεκαετία.
Τέσσερα χρόνια μετά φέρνει «Το Κύκλώμα» (1987), άλλες επτά υποψηφιότητες, κάνει ένα διάλειμμα με το «I’ll Do Anything» (1994) με τον Νικ Νόλτε και ατυχεί, για να έλθει το 1997 και να κάνει την καλύτερη feel good ρομαντική κομεντί που έχεις δει έκτοτε. «Καλύτερα Δεν Γίνεται», όνομα και πράγμα, ο μόνιμος Τζακ Νίκολσον (φίλοι καρδιακοί) στα πιο μεγάλα κέφια, πρέπει να έχεις αλλόκοτες ενστάσεις για να μην περνάς καλά σ’ αυτό. Δώστου άλλες επτά υποψηφιότητες και δύο βραβεία, στην πράξη το σινεμά αυτό έχει μόνο αυτόν να ξέρει τόσο καλά το είδος, να γράφει τόσο ελκυστικούς χαρακτήρες, να σκηνοθετεί τόσο κλασικά τον διάλογο, να ελαφραίνει υποδειγματικά το screwball.
Δύο ταινίες μόνο έκτοτε, το άδικα παραγνωρισμένο «Ισπαγγλικά» με τον Άνταμ Σάντλερ (αυτό θα φταίει…) και την Παδ Βέγκα, ωραιότατη ρομαντική κομεντί που κυλάει ρολόι, και το θολωμένο αλλά και πάλι ελκυστικό «Ποιον Απ’ τους Δυο;» με την Γουίδερσπουν να πρέπει να διαλέξει ανάμεσα σε Πολ Ραντ και Όουεν Γουίλσον σ’ ένα έργο που έχει το θλιβερό προνόμιο να είναι η τελευταία, ως σήμερα, εμφάνιση του Τζακ Νίκολσον που δύο από τα τρία του Όσκαρ τα έχει πάρει σε έργα του Μπρουκς.
Να είναι γερός, 79 δεν είναι και πολλά για μερικά έργα ακόμα!






